Γνωμοδότηση 14/2020 Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου-Επιτρέπεται η χρήση παράνομα ηχογραφημένης συνομιλίας στα πλαίσια της πειθαρχικής διαδικασίας.

Ηχογραφημένη συνομιλία εφοριακού υπαλλήλου με επιχειρηματία, κατά την οποία ο πρώτος απαίτησε και έλαβε από τον δεύτερο σημαντικό χρηματικό ποσό, κατά την άσκηση των καθηκόντων του (φορολογικός έλεγχος επιχείρησης).

Με μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και σημαντική γνωμοδότησή της η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου απάντησε σε ερώτημα της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων σχετικά με τη νομιμότητα χρήσης και αποδεικτικής αξιοποίησης υλικού (ηχογραφημένης συνομιλίας) στο πλαίσιο πειθαρχικής διαδικασίας.

Συγκεκριμένα, το ερώτημα της ΑΑΔΕ αφορούσε στο επιτρεπτό ή μη της αξιοποίησης ως αποδεικτικού μέσου ηχογραφημένης συνομιλίας εφοριακού υπαλλήλου με επιχειρηματία, κατά την οποία ο πρώτος απαίτησε και έλαβε από τον δεύτερο σημαντικό χρηματικό ποσό, κατά την άσκηση των καθηκόντων του (φορολογικός έλεγχος επιχείρησης), στα πλαίσια της πειθαρχικής διαδικασίας.

Η Εισαγγελία ΑΠ καταλήγει πως η γνώμη της στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι, ότι στο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας που διενεργείται σε βάρος του ανωτέρω υπαλλήλου, μπορεί να γίνει χρήση της ηχογραφημένης συνομιλίας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη του ότι:

α) η εν λόγω συνομιλία αποτελεί το μόνο αποδεικτικό μέσο και

β) ότι σε αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω απαγόρευση θα είχε ως αποτέλεσμα να πλήττεται ακόμα και η ανθρώπινη αξία στο πρόσωπο του απροστάτευτου θύματος αξιοποίνων πράξεων ήτοι αγαθών υπέρτερων, που τυγχάνουν συνταγματικής προστασίας, αφού στην περίπτωση αυτή, η συμπεριφορά του δράστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στην ηχογραφημένη συνομιλία, δεν αποτελεί ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, αλλά συνέχιση της κατάπτωσης του, η οποία άρχισε με το έγκλημα της δωροληψίας και γι’ αυτό δεν μπορεί να τύχει συνταγματικής διαφύλαξης.

Αναλυτικά η γνωμοδότηση αναφέρει:

Επί του ερωτήματος, το οποίο μας υποβάλατε με το με αριθμ. πρωτ. Δ.ΕΣ.ΥΠ. Α 154567 ΕΞ 2020 ΕΜΠ 12-10-2020 έγγραφο σας, αναφορικά με το επιτρεπτό ή μη ως αποδεικτικού μέσου ηχογραφημένης συνομιλίας εφοριακού υπαλλήλου με επιχειρηματία, κατά την οποία ο πρώτος απαίτησε και έλαβε από τον δεύτερο σημαντικό χρηματικό ποσό, κατά την άσκηση των καθηκόντων του (φορολογικός έλεγχος επιχείρησης), στα πλαίσια της πειθαρχικής διαδικασίας, παραθέτουμε τα ακόλουθα:

Κατά τη διάταξη του άρθρου 177 παρ.2 ΚΠΔ, όπως ισχύει, αποδεικτικά μέσα, που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη στην ποινική διαδικασία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η χρησιμοποίηση στην ποινική δίκη απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου προσβάλλει το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1δ ΚΠΔ.

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 370 Α παρ. 1,2 ΠΚ, όπως ισχύει, 1. Όποιος αθέμιτα παγιδεύει ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο παρεμβαίνει σε συσκευή, σύνδεση ή δίκτυο παροχής υπηρεσιών σταθερής ή κινητής τηλεφωνίας ή σε σύστημα υλικού ή λογισμικού, που χρησιμοποιείται για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών, με σκοπό ο ίδιος ή άλλος να πληροφορηθεί ή να αποτυπώσει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο τηλεφωνικής συνδιάλεξης μεταξύ τρίτων ή στοιχεία της θέσης και κίνησης της εν λόγω επικοινωνίας, τιμωρείται με φυλάκιση. Με την ίδια ποινή τιμωρείται η πράξη του προηγούμενου εδαφίου και όταν ο δράστης αποτυπώσει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο της τηλεφωνικής επικοινωνίας του με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεση του τελευταίου.

2. Όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων που δεν διεξάγεται δημόσια ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα μη δημόσια πράξη άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Με την ίδια ποινή τιμωρείται η πράξη του προηγούμενου εδαφίου και όταν ο δράστης αποτυπώσει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο της συνομιλίας του με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεση του τελευταίου.

Η ως άνω διάταξη θεσπίστηκε στα πλαίσια της γενικότερης προστασίας που παρέχεται στον άνθρωπο από τα άρθρ. 2 παρ 1, 5 παρ. 1, 9Α, 19 και 25 παρ. 1 εδ. δ’ του Συντάγματος και του έχοντος υπερνομοθετική ισχύ άρθρου 8 της ΕΣΔΑ για την προστασία της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής και γενικότερα της προσωπικότητας κάθε ανθρώπου. Η απαγόρευση αυτή αφορά εκδηλώσεις ή πράξεις της ιδιωτικής ζωής των τρίτων που είναι ικανές να επιφέρουν βλάβη στην προσωπικότητα και να μειώσουν την αξιοπρέπειά τους, αποσκοπείται δε με τον τρόπο αυτό η διασφάλιση της προστασίας των εννόμων αγαθών του ανθρώπου, που προστατεύονται από τις ανωτέρω διατάξεις.

Από πλευράς συνταγματικού δικαίου η προστασία της ιδιωτικής ζωής κατοχυρώνεται από τις διατάξεις των άρθρων 5Α, 9, 9Α και 19 του Συντάγματος. Όμως η δικονομική αξιοποίηση παρανόμων αποδεικτικών μέσων θα κριθεί σε συνταγματικό επίπεδο, αφού ο τυπικός νόμος δεν μπορεί να κατισχύσει του Συντάγματος (Α. Ζύγουρας, Αντ/λέας Αρείου Πάγου). Η δικονομική αξιοποίησις υπό των ιδιωτών των παρανόμως αποκτηθέντων υπ’ αυτών αποδεικτικών μέσων μετά την τελευταία νομοθετική μεταβολή ΠοινΧρ 2008,1013). Αυτό έγινε δεκτό από τον Άρειο Πάγο με την 1/2001 απόφαση της Ολομέλειας (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), κατά τον οποίο επιβάλλεται η ad hoc στάθμιση των συγκρουόμενων ατομικών δικαιωμάτων με γνώμονα τη βέλτιστη δυνατή συνύπαρξη τους. Ειδικότερα, σύμφωνα με την προαναφερόμενη απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου «εξαίρεση από τον, συνταγματικής ισχύος, κανόνα της απαγορεύσεως των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ισχύει μόνο χάριν της προστασίας συνταγματικά υπέρτερων έννομων αγαθών, όπως είναι λ.χ. η ανθρώπινη ζωή.

Κάθε άλλη εξαίρεση από την ως άνω απαγόρευση, εισαγόμενη τυχόν με διάταξη κοινού νόμου, όπως είναι και ο Ποινικός Κώδικας, είναι ανίσχυρη κατά το μέτρο που υπερβαίνει το κριτήριο της προστασίας συνταγματικά υπέρτερου έννομου αγαθού». Συνεπώς, από πλευράς ποινικοδικονομικού δικαίου θα κριθεί κατά πόσον η θεσπιζόμενη απόλυτη απαγόρευση της δικονομικής αξιοποίησης τέτοιων αποδεικτικών μέσων, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι συμβατή με τις διατάξεις των άρθρων 2 §1 και 25 §1 εδ. δν Συντ. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 2 §1, 5 §2, 19 §§1 και 3 και 25 §1 εδ. δ’ του Συντ. προκύπτει, ότι ο κανόνας της απαγόρευσης της χρήσης παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων, που θεσπίζεται από τη διάταξη του άρθρου 19 §3 του Συντ., κάμπτεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις όχι μόνον υπέρ αλλά και κατά του κατηγορουμένου.

Η χρήση των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν κατόπιν βασανιστηρίων αποκλείεται κατ’ απόλυτο τρόπο ως μέσο αναζήτησης της αλήθειας, αφού τα βασανιστήρια αναιρούν την ίδια την έννοια του κράτος δικαίου. Η έλλογη αξιοποίηση όμως άλλων αποδεικτικών μέσων παρανόμως κτηθέντων, όπως λ.χ. με παραβίαση του ιδιωτικού απορρήτου κ.λπ., είτε υπέρ είτε κατά του κατηγορουμένου, εξασφαλίζει την ισορροπία στο σύστημα προστασίας αξιών κατά την αποδεικτική διαδικασία σύμφωνα με τη βαθύτερη λογική του δικαίου, η οποία στηρίζεται στη στάθμιση των εννόμων αγαθών και συμφερόντων και στη σύμμετρη κατ’ αναλογία διαφύλαξη τους (Ζύγουρας, ό.π., σελ. 1014, ΟλΑΠ 1/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Επομένως, νόμιμα λαμβάνεται υπόψη υπέρ του κατηγορουμένου, υπό τον περιορισμό της διάταξης του άρθρου 25 §1 εδ. δ’ του Συντ. που θεσπίζει την αρχή της αναλογικότητας, το παρανόμως ληφθέν αποδεικτικό μέσο, όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβανομένης υπόψη της βαρύτητας του εγκλήματος για το οποίο κατηγορείται, το αποδεικτικό αυτό μέσο είναι αναγκαίο και πρόσφορο για την απόδειξη της αθωότητας του. Εξ άλλου, υπό τις ίδιες αυτές προϋποθέσεις θα ληφθεί υπόψη κατά του κατηγορουμένου παρανόμως αποκτηθέν αποδεικτικό μέσο, όταν αυτό αποτελεί το μοναδικό ενδεχομένως αποδεικτικό μέσο στο οποίο το θύμα δύναται να στηρίξει την καταγγελία του (ΑΠ 611/2006 με σύμφωνη αγόρευση του Αντεισαγγελέα Α. Ζύγουρα ΠοινΔικ 2006, 857, ΝοΒ 2007, 150, ΠοινΧρ 2007, 895, Δ 2006, 927, Α. Ζύγουρας, ό.π., σελ. 1014,ΔιατΕισΕφΠειρ 110/2009 ΠοινΔνη 2010.1299, 2011.328 με παρατηρήσεις Γ. Μπουρμά).

Την ίδια άποψη υιοθετούν και οι με αρ. 171/2017, 277/2014, 653/2013, 1202/2011 αποφάσεις του ΑΠ, σύμφωνα με τις οποίες, η απαγόρευση της χρήσης παρανόμως ληφθέντος αποδεικτικού μέσου δεν περιλαμβάνει και τις πράξεις ή εκδηλώσεις προσώπων, οι οποίες ανεξάρτητα από τον τρόπο και τον χρόνο που γίνονται, δεν ανάγονται στη σφαίρα της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής τους, αλλά πραγματοποιούνται στα πλαίσια των ανατεθειμένων σε αυτούς υπηρεσιακών καθηκόντων και κατά την εκτέλεση τούτων, η οποία, ως εκ της φύσεως και του είδους των εκπληρουμένων καθηκόντων, υπόκειται σε δημόσιο έλεγχο και κριτική. Αλλά και η νομολογία του ΕΔΔΑ κινείται προς την ίδια κατεύθυνση, δηλαδή ότι είναι επιτρεπτή υπό προϋποθέσεις, όπως στις προαναφερθείσες περιπτώσεις, η δικονομική αξιοποίηση παρανόμων αποδεικτικών μέσων (Βλ. Α. Ζύγουρα, ό.π., με περαιτέρω παραπομπές σε ΕΔΔΑ, υπόθεση Allan κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφ. 5.11.2002, σκέψεις 47-48, υπόθεση Schenk κατά Ελβετία, απόφ. 12.7.1988, ΠΛογ 2003.1300, ΠοινΔικ 2008,1096 σημ. 21 αντίστοιχα, κ.ά., Ε. Πουλαράκη, Η Νομολογία του ΕΔΔΑ αναφορικά με την απόδειξη στη ποινική δίκη, ΠοινΔικ 2008,1094).

Έτσι κρίθηκε ότι στις προαναφερόμενες περιπτώσεις με τη δικονομική αξιοποίηση των παρανόμων αποδεικτικών μέσων, δεν παραβιάστηκε η από το άρθρο 6 §1 ΕΣΔΑ θεσπιζόμενη αρχή της δίκαιης δίκης. Ειδικότερα στην υπόθεση Schenk κατά Ελβετίας, όπου η κατηγορία είχε στηριχθεί σε μια υποκλαπείσα τηλεφωνική ομιλία, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι, παρά το δεδομένο του παρανόμου του χρησιμοποιηθέντος αποδεικτικού μέσου, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 §1, αφού ο κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την αυθεντικότητα της μαγνητοταινίας και να αντισταθεί στη χρήση της, ενώ υπήρχαν και άλλα στοιχεία σε βάρος του. Αλλά και στην περίπτωση που το «παράνομο» αποδεικτικό στοιχείο αποτελεί τη μοναδική απόδειξη ενοχής του, το ΕΔΔΑ έχει κρίνει, ότι δεν υφίσταται παραβίαση του δικαιώματος σε μια δίκαιη δίκη, εάν ο κατηγορούμενος είχε ευρεία δυνατότητα να θέσει υπό αμφισβήτηση το αποδεικτικό υλικό και τον τρόπο απόκτησης του σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας.

Συγκεκριμένα στην υπόθεση Khan κατά Ηνωμένου Βασιλείου, όπου το τηλεφωνικό υλικό, που ήταν προϊόν υποκλοπής, αποτέλεσε τη μόνη ισχυρή απόδειξη ενοχής, το Δικαστήριο κατέληξε με ψήφους 6 προς 1 ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 §1 από την απόφαση των αρμοδίων ποινικών δικαστών να μην κηρύξουν απαράδεκτο το συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο, καθώς ο κατηγορούμενος είχε ευρεία δυνατότητα να αμφισβητήσει το συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο καθώς και τις περιστάσεις λήψης του [Βλ. Khan ν United kingdom (12.5.2000), σκέψεις 37-38]. Εξάλλου, μια ολοκληρωτική απαγόρευση της χρήσης των παράνομων αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε σε παράλογα αξιακά αποτελέσματα ή στην καταβαράθρωση ενός συστήματος κοινωνικών αξιών.

Επομένως, γίνεται δεκτό, ότι η χρησιμοποίηση παρανόμως αποκτηθέντων αποδεικτικών μέσων επιβάλλεται από την αρχή της αναλογικότητας και κατά του κατηγορουμένου, τουλάχιστον σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου η εν λόγω απαγόρευση οδηγεί σε κατάργηση του δικαιώματος του πολίτη σε δικαστική ακρόαση και προστασία (άρθρο 20 §1 Συντ.), με αποτέλεσμα να πλήττεται ακόμη και η ανθρώπινη αξία στο πρόσωπο του απροστάτευτου θύματος αξιοποίνων πράξεων, τα συνταγματικά δικαιώματα-έννομα αγαθά του οποίου μπορούν να προστατευθούν μόνο με τη δικαστική αξιοποίηση κάποιου παρανόμως κτηθέντος αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 611/2006 ΠοινΔικ 2006, 857 με συμφ. προτ. Εισ. Α. Ζύγουρα, ΠοινΧρ 2008, 1014).Με βάση τις προπαρατεθείσες αναπτύξεις, είναι προφανές, ότι, εφόσον στην ποινική δίκη είναι επιτρεπτή, υπό προϋποθέσεις, η χρήση παρανόμου αποδεικτικού μέσου, κατά μείζονα λόγο ευχερώς συνάγεται, ότι και στην πειθαρχική διαδικασία, είναι επιτρεπτή, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, η χρήση του εν λόγω αποδεικτικού μέσου, εφόσον αυτή συνάδει με τη φύση και το σκοπό της πειθαρχικής διαδικασίας.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η γνώμη μας στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι, ότι στο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας που διενεργείται σε βάρος του ανωτέρω υπαλλήλου, μπορεί να γίνει χρήση της ως άνω ηχογραφημένης συνομιλίας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη του ότι: α) η εν λόγω συνομιλία αποτελεί το μόνο αποδεικτικό μέσο και β) ότι σε αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω απαγόρευση θα είχε ως αποτέλεσμα να πλήττεται ακόμα και η ανθρώπινη αξία στο πρόσωπο του απροστάτευτου θύματος αξιοποίνων πράξεων ήτοι αγαθών υπέρτερων, που τυγχάνουν συνταγματικής προστασίας, αφού στην περίπτωση αυτή, η συμπεριφορά του δράστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στην ηχογραφημένη συνομιλία, δεν αποτελεί ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, αλλά συνέχιση της κατάπτωσης του, η οποία άρχισε με το έγκλημα της δωροληψίας και γι’ αυτό δεν μπορεί να τύχει συνταγματικής διαφύλαξης.

Πηγή: eisap.gr

ΔΠΑθ 10355/2020, 28ο Τμήμα

Αστική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου. Προϋποθέσεις δέσμευσης Διοικητικού Δικαστηρίου από αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις Ποινικών Δικαστηρίων.

Αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστη, κατά τους ισχυρισμούς της, μητέρα προσωρινώς κρατουμένου σε Τμήμα Ασφαλείας, από το θάνατο του υιού της (αυτοκτονία), οφειλόμενο, σε παράνομες παραλείψεις, αστυνομικών οργάνων του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου.

Κατά το μέρος που η αγωγή στρέφεται κατά των αστυνομικών οργάνων του Δημοσίου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθώς γεννάται διαφορά ιδιωτικού δικαίου, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. 

Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, τα δικαστήρια δεσμεύονται, μεταξύ άλλων από τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις Ποινικών Δικαστηρίων, εκτός εάν η απαλλαγή στηρίχθηκε στην έλλειψη αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων που δεν αποτελούν προϋπόθεση της διοικητικής παράβασης. Σύμφωνα με την ανωτέρω ρύθμιση, σε περίπτωση αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου λόγω μη τελέσεως συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης, έπεται ότι η διαπιστωθείσα με αυτήν ανυπαρξία των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης περιλαμβάνεται στην έννοια της δεσμεύσεως κατά τη συναγωγή δικαστικής κρίσης ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων της αστικής ευθύνης του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ., κατά τα άρθρα 105-106 ΕισΝΑΚ, εφόσον πρόκειται για τα ίδια πραγματικά περιστατικά με αυτά στα οποία ερείδεται η αποδιδόμενη παρανομία και η αιτούμενη κατά τα άρθρα αυτά αξίωση προς αποζημίωση. 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση (α) η ενάγουσα, αποδίδει την αυτοκτονία δι’ απαγχονισμού του υιού της αποκλειστικά και μόνον σε παράνομες, κατά τους ισχυρισμούς της, παραλείψεις των ανωτέρω αστυνομικών – οργάνων του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, (β) τα θεμελιωτικά αυτά της αδικοπρακτικής ευθύνης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, περιστατικά και οι αποδιδόμενες με την κρινόμενη αγωγή, σε βάρος των  ανωτέρω αστυνομικών οργάνων παράνομες συμπεριφορές, συμπίπτουν με το αντικείμενο της ήδη περατωθείσας ποινικής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας, τα ανωτέρω αστυνομικά όργανα αθωώθηκαν αμετάκλητα για την αποδοθείσα σ’ αυτά αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια τελεσθείσα, με τις αυτές παράνομες παραλείψεις, που τους αποδίδονται και με την υπό κρίση αγωγή, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα στις σκέψεις …, με την αιτιολογία ότι, αυτοί δεν επέδειξαν αμέλεια περί των καθηκόντων τους και συγκεκριμένα: […]. Με βάση τις διαπιστώσεις αυτές, το Δικαστήριο, κρίνει ότι οι ανωτέρω αμετάκλητες αθωωτικές ποινικές αποφάσεις είναι δεσμευτικές για αυτό, κατ’ άρθρο 5 παρ.2 του Κ.Δ.Δ., ως προς το κρίσιμο για τη διάγνωση της ένδικης διαφοράς, ζήτημα της ανυπαρξίας των πραγματικών περιστατικών στα οποία ερείδονται οι αποδιδόμενες, με την κρινόμενη αγωγή, στα ανωτέρω αστυνομικά όργανα του εναγομένου, παράνομες παραλείψεις.

Απορρίπτει την αγωγή.

ΠΗΓΗ: http://www.adjustice.gr/

ΜΔΠρΛαρ 982/2019

Συρροή διοικητικών προστίμων για την παράβαση της μη νόμιμης χρήσης πετρελαίου θέρμανσης. Τα πρόστιμα του άρθρου 20 παρ. 1 του ν. 2873/2000 και της παρ. 2 του άρθρου 35 του ν. 293/1992 αποβλέπουν στην αποτροπή της χρήσης πετρελαίου θέρμανσης για άλλη χρήση. Εφαρμογή της αρχής ne bis in idem.

2. Επειδή, στο άρθρο 35 του ν. 2093/1992 (ΦΕΚ Α΄ 181) ορίζονται τα εξής: «1. Ο ενιαίος ειδικός φόρος κατανάλωσης που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 1038/1980 … για το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (Diesel) που προορίζεται για θέρμανση, ορίζεται σε 60.000 δραχμές το χιλιόλιτρο. Ειδικά για την περίοδο από την τρίτη Δευτέρα του μηνός Οκτωβρίου μέχρι την τελευταία Κυριακή του μηνός Απριλίου, εκάστου έτους, ο παραπάνω φόρος ορίζεται σε 39.000 δραχμές το χιλιόλιτρο. 2. Απαγορεύεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο νόθευση, διάθεση, χρησιμοποίηση ή μεταφορά του πετρελαίου θέρμανσης για άλλες, εκτός από θέρμανση, χρήσεις. Οι παραβάτες υπόκεινται στις κυρώσεις των άρθρων 28, 29 και 30 του ν. 1650/1986 (Α΄ 160), όπως ισχύουν, επιφυλασσομένων και των περί λαθρεμπορίας διατάξεων του Τελωνειακού Κώδικα. Επιπλέον επιβάλλεται από τον Υπουργό Εμπορίου πρόστιμο από πέντε εκατομμύρια (5.000.000) μέχρι εβδομήντα πέντε εκατομμύρια (75.000.000) δραχμές. Σε περίπτωση χρησιμοποίησης πετρελαίου θέρμανσης αντί πετρελαίου κίνησης για την κυκλοφορία οχήματος ή λειτουργία μηχανήματος, επιβάλλεται στον κάτοχο αυτού με κοινή απόφαση του Υπουργού Εμπορίου και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού αφαίρεση της άδειας κυκλοφορίας του οχήματος ή λειτουργίας του μηχανήματος για ένα (1) έτος. Σε περίπτωση υποτροπής η άδεια αφαιρείται οριστικά. 3. ..». Κατά την αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει την ανωτέρω διάταξη, «1. Με την παράγραφο 1 της προτεινόμενης ρύθμισης μειώνεται ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης του πετρελαίου που προορίζεται για θέρμανση, προκειμένου η τιμή καταναλωτή στο προϊόν αυτό να παραμείνει σε χαμηλά επίπεδα. 2. Επειδή όμως η χαμηλότερη τιμή πετρελαίου θέρμανσης είναι ενδεχόμενο να αποτελέσει κίνητρο χρησιμοποίησής του αντί του πετρελαίου κίνησης, κρίνεται απαραίτητη η πρόβλεψη αποτρεπτικών ποινών για τους παραβάτες. Για τον λόγο αυτό με τις παραγράφους 2, 3 και 4 του άρθρου αυτού και για την διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου προβλέπονται ποινικές, φορολογικές και διοικητικές κυρώσεις που θα επιβάλλονται στις περιπτώσεις που το πετρέλαιο θέρμανσης νοθεύεται ή χρησιμοποιείται σε άλλες εκτός από τη θέρμανση χρήσεις.».

3. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, όταν παραλαμβάνεται πετρέλαιο εσωτερικής καύσεως (Diesel), το οποίο προορίζεται για θέρμανση και υπόκειται σε μειωμένη φορολογική επιβάρυνση, απαιτείται το πετρέλαιο αυτό να χρησιμοποιείται αποκλειστικώς για θέρμανση. Επί παραβάσεως της απαγορεύσεως αυτής, που θεσπίζεται στο εδάφιο α΄ της παραγράφου 2 του ως άνω άρθρου 35, επιβάλλεται πρόστιμο από το όργανο στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκει η εποπτεία της αγοράς πετρελαιοειδών, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο γ΄ της αυτής παραγράφου. Εφόσον συντρέχουν δε οι προϋποθέσεις εφαρμογής των περί λαθρεμπορίας διατάξεων ή των διατάξεων των άρθρων 28, 29 και 30 του ν. 1650/1986, εφαρμόζονται, κατά το εδάφιο β΄ της ίδιας παραγράφου, και τα προβλεπόμενα στις εν λόγω διατάξεις, ήτοι οι ρυθμίσεις που αποσκοπούν στην πάταξη της λαθρεμπορίας και το σύστημα κυρώσεων του ν. 1650/1986 για την προστασία του περιβάλλοντος (ΣτΕ 630/2017). Επιπλέον, το πρόστιμο του άρθρου 35 παρ. 2 του ν. 2093/1992 αποτελεί διοικητική κύρωση που επιβάλλεται στην περίπτωση της παράβασης που ορίζεται από την εν λόγω διάταξη, εφόσον δηλαδή διαπιστώνεται νόθευση, διάθεση, χρησιμοποίηση ή μεταφορά του πετρελαίου θέρμανσης για άλλες εκτός από θέρμανση χρήσεις, καταλογίζεται δε στον παραβάτη που παρανόμως χρησιμοποιεί πετρέλαιο θέρμανσης για οποιαδήποτε άλλη, πλην της θέρμανσης, χρήση, με μόνη την αντικειμενική διαπίστωση της συνδρομής των νομίμων προς τούτο προϋποθέσεων, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το υποκειμενικό στοιχείο της υπαιτιότητάς του (πρβλ. ΣτΕ 405/2007 σκ. 5), η καθιέρωση δε ευθύνης άνευ πταίσματος του παραβάτη είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, διότι δεν αποκλείεται να προβλέπονται από τον νόμο διοικητικές κυρώσεις για παράνομη συμπεριφορά χωρίς αυτές να διαφοροποιούνται επί τη βάσει υποκειμενικού κριτηρίου (πρβλ. ΣτΕ 2491/2008 σκ. 4, 4585/2005 σκ. 5). Ενόψει, άλλωστε, και των προαναφερόμενων σκοπών του νόμου, οι οποίοι συνίστανται στην αποτροπή της παράνομης νόθευσης ή χρησιμοποίησης πετρελαίου θέρμανσης, η προαναφερόμενη κύρωση δεν είναι προδήλως ακατάλληλη για την επίτευξη των εν λόγω σκοπών, ούτε υπερακοντίζει προδήλως τους σκοπούς αυτούς, ώστε να τίθεται ζήτημα αντίθεσής της προς την αρχή της αναλογικότητας. Μόνο δε κατά την επιμέτρηση του ποσού του προστίμου, μέσα στα ευρύτατα περιθώρια που καθορίζει ο νόμος, μπορεί η αρχή που επιβάλλει την επίμαχη κύρωση να λάβει υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες έχει διαπραχθεί η παράβαση, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη ή ο βαθμός της υπαιτιότητας του παραβάτη. Περαιτέρω, το διοικητικό πρόστιμο του άρθρου 35 παρ. 2 του ν. 2093/1992 επιβάλλεται, όπως προαναφέρθηκε, με μόνη τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών τέλεσης της παράβασης που αφορούν τη χρησιμοποίηση πετρελαίου θέρμανσης για οποιαδήποτε άλλη χρήση πλην της θέρμανσης, ανεξαρτήτως της ποσότητας του παρανόμως χρησιμοποιηθέντος πετρελαίου θέρμανσης και ασυνδέτως προς το εάν εξ αυτής προκύπτει οποιοδήποτε οικονομικό όφελος για τον παραβάτη ή προκαλείται ζημία στο Δημόσιο (ΔΕφΘεσ 1453/2019, ΔεφΑθ 2958, 3675/2019).

4. Επειδή, περαιτέρω, ο ν. 2873/2000 (ΦΕΚ Α’ 285) ορίζει στο άρθρο 20 παρ. 1 ότι: «Όταν διαπιστώνεται ότι χρησιμοποιείται αντί για πετρέλαιο κίνησης, πετρέλαιο θέρμανσης, ναυτιλίας ή πετρέλαιο κίνησης νοθευμένο με άλλα προϊόντα, αφαιρείται η άδεια κυκλοφορίας και οι πινακίδες του οχήματος με το οποίο γίνεται η μεταφορά, από τα ελεγκτικά όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) και των Τελωνειακών Αρχών. Στον κάτοχο του οχήματος, επιπλέον των περί λαθρεμπορίας διατάξεων του ν. 1165/1918 “Περί Τελωνειακού Κώδικα”, όπως ισχύει, ή των κυρώσεων που προβλέπονται από διατάξεις άλλων νόμων, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ποσού ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών. Τα στοιχεία κυκλοφορίας του οχήματος, η άδεια κυκλοφορίας και οι πινακίδες επιστρέφονται μετά την καταβολή του προστίμου. … Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής.». Εξάλλου, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ως άνω νόμου, με την ανωτέρω διάταξη επιδιώκεται η εξασφάλιση της ορθής διακίνησης και εμπορίας του πετρελαίου κίνησης των οχημάτων και σκοπείται η πάταξη του φαινομένου λαθρεμπορίας πετρελαιοειδών προϊόντων, η οποία αποστερεί στο Δημόσιο σημαντικά ποσά εσόδων από την παράνομη χρησιμοποίηση άλλων αντί του πετρελαίου κίνησης προϊόντων πετρελαίου.

5. Επειδή, εξάλλου, το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), το οποίο κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1705/1987 (ΦΕΚ 89 Α´), ορίζει ότι «κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μία παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού». Αναλόγου περιεχομένου ρύθμιση προβλέπεται και στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με την οποία «Κανείς δεν διώκεται ούτε τιμωρείται ποινικά για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικαστεί εντός της Ένωσης με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με τον νόμο».

6. Επειδή, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., με την οποία κατοχυρώνεται η αρχή ne bis in idem, κατά τα παγίως γενόμενα δεκτά από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αλλά και από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως -το οποίο και προ της ρητής καθιερώσεώς της με το άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως την ανεγνώριζε ως θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου- έχει εφαρμογή όχι μόνον επί ποινικών κυρώσεων αλλά και σε περιπτώσεις που από τη σχετική νομοθεσία προβλέπεται η επιβολή σοβαρών διοικητικών κυρώσεων, όπως είναι τα πρόστιμα μεγάλου ύψους εφόσον συντρέχουν τα κριτήρια χαρακτηρισμού μιας υποθέσεως ως ποινικής κατά την Ε.Σ.Δ.Α. (βλ. Ε.Δ.Δ.Α., απόφαση της 8.6.1975, Engel and Others κατά Ολλανδίας) ήτοι κατά πρώτον ο νομικός χαρακτηρισμός της παραβάσεως κατά το εσωτερικό δίκαιο, κατά δεύτερον η φύση της παραβάσεως και, κατά τρίτον η φύση και η σοβαρότητα της κυρώσεως που ενδέχεται να επιβληθεί στον διαπράξαντα την παράβαση (βλ. Δ.Ε.Ε. υπόθεση C-617/10 Fransson της 26-2-2015 μείζονος συνθέσεως, C-489/10 Boda της 5-6-2012). Ειδικότερα, ως προς το ύψος της κυρώσεως λαμβάνεται υπόψη η μέγιστη προβλεπόμενη από τον νόμο κύρωση και όχι η επιβληθείσα στην συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. απόφαση της 19-2-2013 Muller-Hartburg κατά Αυστρίας). Σύμφωνα δε με τη νομολογία του Δ.Ε.Ε. η αρχή αυτή δεν εμποδίζει την επιβολή, για την ίδια παράβαση διαδοχικώς μιας διοικητικής (φορολογικής) κυρώσεως και μιας ποινικής κυρώσεως, στον βαθμό που η πρώτη κύρωση δεν έχει ποινικό χαρακτήρα και έχει καταστεί απρόσβλητη, εφόσον η σώρευση αυτή αποβλέπει στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ενώσεως (βλ. προαναφερθείσα απόφαση ΔΕΕ της 26-2-2015 Fransson και Σ.Ε. 1741/2015 Ολομ.), ενώ, δέχεται επίσης ότι η αρχή αυτή δεν αποκλείει την επιβολή διοικητικών κυρώσεων μεγάλου ύψους εκ μέρους των κοινοτικών και εθνικών διοικητικών οργάνων και σε περιπτώσεις όπου υφίσταται ταυτότητα παραβάτη και πραγματικών περιστατικών, εφόσον προστατεύεται διαφορετικό έννομο αγαθό ή συμφέρον (βλ. ΔΕΕ υπόθεση C-17/10 Toshiba Corporation της 14-2-2012 μείζονος συνθέσεως, C-289/04 υπόθεση Showa Denko της 29-6-2006, C-204/00 υπόθεση Aalborg Portland της 7-12-2004, C-397/03 υπόθεση Archer Daniels Midland της 19-9-2003 κ.ά.). Αντιστοίχως, και στο εθνικό δίκαιο θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι είναι δυνατή η επιβολή στον ίδιο παραβάτη για τα ίδια πραγματικά περιστατικά δύο διοικητικών κυρώσεων από διαφορετικά διοικητικά όργανα ή ανεξάρτητες διοικητικές αρχές, εφόσον η επιβολή τους αποβλέπει στην προστασία ιδιαιτέρως σημαντικών και διαφορετικών εννόμων αγαθών, όπως είναι τα κατοχυρωμένα με ρητές συνταγματικές διατάξεις, αλλά και διεθνή κείμενα, όπως η ΕΣΔΑ, ατομικά δικαιώματα (ΣτΕ 3473/2017 7μ., πρβλ. ΣτΕ 3345/2002 7μ.).

9. … Περαιτέρω, [το Δικαστήριο] λαμβάνοντας υπόψη ότι σε βάρος του προσφεύγοντος επιβλήθηκε για την ίδια παράβαση, με την …… πράξη του Αναπληρωτή Προϊσταμένου του Τελωνείου Λάρισας, το διοικητικό πρόστιμο της διάταξης του άρθρου 20 παρ. 1 του ν. 2873/2000, η οποία αφενός έχει όμοιο ρυθμιστικό αντικείμενο με αυτή του άρθρου 35 παρ. 2 του ν. 2093/1992 (απαγόρευση χρησιμοποίησης πετρελαίου θέρμανσης για κίνηση οχήματος, επιβολή διοικητικού προστίμου και αφαίρεση άδειας κυκλοφορίας οχήματος), και αφετέρου, όπως και η διάταξη του άρθρου 35 του ν. 2093/1992, έχει ως σκοπό την αποτροπή χρήσης πετρελαίου θέρμανσης για άλλη χρήση εκτός από τη θέρμανση προς διασφάλιση των εσόδων του Δημοσίου, κρίνει ότι το ένδικο πρόστιμο επιβλήθηκε σε βάρος του προσφεύγοντος για την προστασία του ίδιου έννομου αγαθού με αυτό που προστατεύει η διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ν. 2873/2000 (διασφάλιση οικονομικών συμφερόντων του Δημοσίου), κατά παράβαση της αρχής ne bis in idem, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην έκτη σκέψη (πρβλ. ΣτΕ 860/2019 σκ. 29).

Το Δικαστήριο, κατ’ αποδοχή ως βάσιμου του σχετικού λόγου της προσφυγής, ακύρωσε την πράξη επιβολής προστίμου του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Ανάπτυξης της Περιφερειακής Ενότητας Λάρισας καθώς και την προσβαλλόμενη απόφαση του Γ.Γ. της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας – Στερεάς Ελλάδας, με την οποία είχε απορριφθεί ειδική διοικητική προσφυγή του προσφεύγοντος κατά της πράξης αυτής.
 

ΣτΕ Β΄ Τμ. 658/2020

Φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων – Παραγραφή – Παρέκταση (από πενταετία σε δεκαετία) λόγω συμπληρωματικών στοιχείων – Πληροφορίες σχετικές με τραπεζικούς λογαριασμούς στην Ελβετία

Σύμφωνα με το άρθρο 25 της (κυρωθείσας με το ν. 1502/1984) Σύμβασης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας “για την αποφυγή της διπλής φορολογίας αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος”, όπως ίσχυε μέχρι την 31.12.2011, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα της προβλεπόμενης στο άρθρο 84 παρ. 1 του ΚΦΕ (ν. 2238/1994) πενταετούς προθεσμίας παραγραφής ως προς τις επίδικες χρήσεις 2004 και 2005, η ημεδαπή Διοίκηση μπορούσε να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές της Ελβετίας πληροφορίες, οι οποίες (α) ήταν «αναγκαίες για την εφαρμογή» των διατάξεων της Σύμβασης από την ελληνική φορολογική Διοίκηση και (β) βρίσκονταν στη διάθεση των ελβετικών αρχών σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία της Ελβετίας, κατά την κανονική πορεία της λειτουργίας της ελβετικής Διοίκησης. Η δεύτερη των ως άνω (σωρευτικώς προβλεπόμενων) προϋποθέσεων αναφέρεται στο περιεχόμενο της ελβετικής νομοθεσίας, ήτοι αλλοδαπού δικαίου, το οποίο, όμως, δεν προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Διοικ. Εφετείου Αθηνών, που δεν διέταξε συναφώς απόδειξη, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 144 παρ. 4 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Εξάλλου, από την πρώτη των ανωτέρω προϋποθέσεων συνάγεται ότι η ημεδαπή φορολογική Διοίκηση μπορούσε να ζητήσει από τις ελβετικές αρχές πληροφορίες σχετικά με την ύπαρξη, το υπόλοιπο ή/και τις κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών ορισμένων προσώπων στην Ελβετία, μόνον εάν οι πληροφορίες αυτές ήταν «αναγκαίες» για τον καθορισμό των φορολογικών υποχρεώσεων των προσώπων αυτών ή και άλλων προσώπων, κατ’ εφαρμογή της Σύμβασης και της ημεδαπής φορολογικής νομοθεσίας, τούτο δε υπονοεί ότι (σε αντίθεση με όσα ίσχυαν αναφορικά με τους τραπεζικούς λογαριασμούς στην ημεδαπή) δεν επιτρεπόταν η απλή “αλίευση” τέτοιων πληροφοριών, αλλά έπρεπε να συντρέχει, βάσει συγκεκριμένων στοιχείων, εύλογη πιθανότητα οι ζητούμενες πληροφορίες να αποδειχθούν κρίσιμες (πρβλ. ΔΕΕ μειζ. συνθ. 16.5.2017, C-682/15, Berlioz Investment Fund SA, σκέψη 67, αναφορικά με την ανάλογη προϋπόθεση περί «προβλέψιμης συνάφειας» των ζητούμενων πληροφοριών, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ, σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας). Η παραπάνω ερμηνεία επιρρωνύεται από τη νέα διάταξη του άρθρου 25 της Σύμβασης (που τέθηκε κατόπιν κύρωσης με το ν. 4034/2011 Πρωτόκολλου τροποποιητικού της Σύμβασης), η οποία επαναλαμβάνει κατ’ ουσίαν την ως άνω προϋπόθεση περί αναγκαιότητας των ζητούμενων πληροφοριών (δεδομένου ότι αναφέρεται σε «πληροφορίες που κρίνονται απαραίτητες για την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της Σύμβασης ή τη διαχείριση ή επιβολή των εσωτερικών νομοθεσιών σε σχέση με τους φόρους που καλύπτονται από τη Σύμβαση»), σε συνδυασμό με τη νέα παράγραφο 4 του Πρωτοκόλλου της Σύμβασης (κύρωση με το ν. 4105/2013), η οποία διευκρινίζει, συναφώς, ότι το αιτούν πληροφορίες Συμβαλλόμενο Κράτος πρέπει να έχει εξαντλήσει όλες τις τακτικές πηγές πληροφοριών που είναι διαθέσιμες, σύμφωνα με την εσωτερική φορολογική διαδικασία, καθώς και ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 25 διοικητική συνδρομή δεν περιλαμβάνει μέτρα που στοχεύουν στην απλή “αλίευση αποδείξεων”. Επιπλέον, η ίδια ερμηνεία τελεί σε αρμονία με την προβλεπόμενη στο άρθρο 10 παρ. 3 της (κυρωθείσας με το ν. 3363/2005 Συμφωνίας) μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας Συμφωνίας απαίτηση να έχει το αιτούν πληροφορίες κράτος εύλογες υπόνοιες για τέλεση φορολογικής απάτης ή παρόμοιας παράβασης, οι οποίες να βασίζονται σε συγκεκριμένα στοιχεία. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι μεταξύ των βασικών και τακτικών μέσων του φορολογικού ελέγχου της ακρίβειας των δηλώσεων εισοδήματος, για τις επίδικες χρήσεις των ετών 2004 και 2005, ήταν και η διερεύνηση της ύπαρξης τραπεζικών λογαριασμών των φορολογούμενων στην Ελβετία και η εξέταση του υπόλοιπου και των κινήσεων τέτοιων λογαριασμών και, περαιτέρω, ότι η φορολογική αρχή μπορούσε και όφειλε να έχει λάβει γνώση των στοιχείων αυτών, εντός της καταρχήν εφαρμοστέας πενταετούς προθεσμίας παραγραφής, εάν είχε επιδείξει την δέουσα επιμέλεια, δεδομένου ότι η πρόσβαση στα στοιχεία αυτά, στο πλαίσιο διοικητικής συνεργασίας με τις αρμόδιες αρχές της Ελβετίας (και ανεξαρτήτως του ζητήματος εάν τα εν λόγω στοιχεία βρίσκονταν στη διάθεση των ελβετικών αρχών σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία της Ελβετίας, κατά την κανονική πορεία της λειτουργίας της ελβετικής Διοίκησης), είχε ως προϋπόθεση να υπάρχει, τεκμηριωμένα, εύλογη πιθανότητα οι ζητούμενες πληροφορίες να αποδειχθούν κρίσιμες για την εφαρμογή της Σύμβασης και της ημεδαπής νομοθεσίας περί φορολογίας εισοδήματος. Τούτων έπεται ότι στοιχεία για την ύπαρξη και το υπόλοιπο ή/και τις κινήσεις λογαριασμών των φορολογούμενων σε τραπεζικά ιδρύματα της Ελβετίας, κατά τις χρήσεις των ετών 2004 και 2005, τα οποία περιήλθαν σε γνώση της ημεδαπής φορολογικής Διοίκησης μετά την 1.1.2012 (και πριν από την 31.12.2016) αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία», κατά τις διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 4 περιπτ. β και του άρθρου 68 παρ. 2 περιπτ. α του ΚΦΕ (ν. 2238/1994), τα οποία οδηγούν, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων αυτών (συνάδουσα προς τις επιταγές της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας), στην επιμήκυνση σε δεκαετία της (κατ’ αρχήν οριζόμενης πενταετούς) προθεσμίας παραγραφής της εξουσίας του Ελληνικού Δημοσίου για τη διαπίστωση της ύπαρξης μη δηλωθείσας φορολογητέας ύλης, συναγόμενης από τα στοιχεία αυτά, σε σχέση με τις προαναφερόμενες χρήσεις και, συνακόλουθα, για την επιβολή των αναλογούντων φόρων και συναφών κυρώσεων. Αντιθέτως, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, στοιχεία για το υπόλοιπο ή/και τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών των αναιρεσίβλητων στην ημεδαπή, κατά τα έτη 2004 και 2005, δεν αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία» (ήτοι, στοιχεία αποδεικτικά της ύπαρξης μη δηλωθέντος φορολογητέου εισοδήματός τους, τα οποία δικαιολογημένα δεν είχε υπόψη της η φορολογική αρχή κατά την οριζόμενη στο άρθρο 84 παρ. 1 του ΚΦΕ πενταετία), ικανά να δικαιολογήσουν, ενόψει και των επιταγών της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, την επιμήκυνση της (κατ’ αρχήν οριζόμενης, πενταετούς) προθεσμίας παραγραφής σε δεκαετία, τέτοια στοιχεία, στα οποία στηρίχθηκε η φορολογική Διοίκηση για την έκδοση των επίδικων καταλογιστικών πράξεων, ως προς τις χρήσεις των ετών 2004 και 2005, δεν μπορούν να ληφθούν νομίμως υπόψη από το ΔΕΑ για τη διαπίστωση μη δηλωθείσας φορολογητέας ύλης, ως προς χρήσεις αυτές.

ΠΗΓΗ: http://www.humanrightscaselaw.gr/

ΣτΕ Β΄ Τμ. 1779/2020 (υπόθεση αναπεμφθείσα εν μέρει στο Β΄ Τμήμα με την ΣτΕ Ολομ. 359/2020)

Τεκμήριο αθωότητας (κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο) – Άρθρο 5 παρ. 2 ΚΔΔ – Άρθρο 94 παρ. 1 Συντάγματος – Αρχή της δικονομικής αυτονομίας – Λόγοι αναίρεσης (άρθρο 56 παρ. 1 π.δ. 18/1989) – Σχέση μεταξύ ποινικής δίκης (για λαθρεμπορία και πλαστογραφία) και διοικητικής δίκης περί επιβολής δασμών και φόρων, που διέφυγαν της καταβολής κατά την εισαγωγή, βάσει πλαστού πιστοποιητικού καταγωγής του εμπορεύματος – Δεν απαιτείται δόλος για τον καταλογισμό των δασμών και φόρων – Αβάσιμος και αλυσιτελής λόγος αναίρεσης περί παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας, λόγω σχετικής αμετάκλητης απαλλακτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου – Δεν συντρέχει περίπτωση υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ ή στο ΕΔΔΑ ούτε παραπομπής στο ΑΕΔ, λόγω αποφάσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

(Α) Με το κύριο δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης προβάλλεται ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης περί στοιχειοθέτησης (της αντικειμενικής και της υποκειμενικής υπόστασης) της ένδικης λαθρεμπορίας είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, διότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο δέχθηκε τη συνδρομή δόλου στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, χωρίς να αιτιολογήσει επαρκώς την κρίση του αυτή Αλυσιτελής ο λόγος, δεδομένου ότι η γένεση των προβλεπόμενων στο νόμο φορολογικών υποχρεώσεων του εισαγωγέα εμπορευμάτων δεν προϋποθέτει υπαιτιότητα και, γενικότερα, παραβατική συμπεριφορά του, αλλά στηρίζεται στην εξ αντικειμένου ύπαρξη της οριζόμενης στο νόμο φορολογητέας πράξης και, συνεπώς, στις υποθέσεις λαθρεμπορίας η μη συνδρομή δόλου στο πρόσωπο του εισαγωγέα ουδόλως συνεπάγεται και την απαλλαγή του από τα ποσά δασμών ή/και φόρων που αυτός οφείλει κατά το νόμο, σε σχέση με τα εμπορεύματα που συνιστούν το αντικείμενο της (αποδειχθείσας, κατά την αντικειμενική της υπόσταση) λαθρεμπορικής παράβασης (βλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ., σκέψη 10). 
(Β) Με το κύριο δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), αιτιολογώντας την απόφασή του κατά τρόπο  που δημιούργησε αμφιβολίες ως προς την αθωότητά της, η οποία είχε διαγνωσθεί με την προαναφερόμενη αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η γλώσσα/διατύπωση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δημιούργησε αμφιβολίες για την αθωότητά της, ενόψει του συμπεράσματος του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου ότι “[ο]ρθώς, συνεπώς, κρίθηκε με την εκκαλουμένη ότι πληρούται εν προκειμένω η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση λαθρεμπορικής παράβασης από την εκκαλούσα”. Με το δικόγραφο προσθέτων λόγων προβάλλεται εκ νέου παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, διότι, παρά την χωρίς αμφιβολίες και αμφισημίες αμετάκλητη κρίση του ποινικού δικαστηρίου περί της προέλευσης των επίμαχων προϊόντων από την Ινδονησία και, συνακόλουθα, περί μη διάπραξης του αδικήματος της λαθρεμπορίας (δηλαδή περί μη στοιχειοθέτησής του ως προς την αντικειμενική του υπόσταση), το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο έθεσε εν αμφιβόλω την αθώωση της αναιρεσείουσας, αν και έκρινε υπό τις ίδιες περιστάσεις, θεωρώντας ότι τα επίμαχα εμπορεύματα δεν ήταν ινδονησιακής καταγωγής. Προς επίρρωση του λόγου αυτού, γίνεται επίκληση της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 εδαφ. β΄ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 του ν. 4446/2016. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η νέα αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας υποθέσεις και ότι έχει, εν προκειμένω, πεδίο εφαρμογής ratione materiae, διότι η αθώωσή της δεν εχώρησε λόγω έλλειψης αντικειμενικών ή υποκειμενικών προϋποθέσεων, που δεν αποτελούν στοιχεία της ένδικης διοικητικής παράβασης, αλλά λόγω της προέλευσης των εμπορευμάτων από την Ινδονησία, όπως είχε δηλωθεί κατά την εισαγωγή τους στην Ελλάδα.
(Γ) Η νέα διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 (εδαφ. β΄) του ΚΔΔ, που τέθηκε με το άρθρο 17 του ν. 4446/2016, αφενός, δεν έχει πεδίο εφαρμογής ratione temporis στις υποθέσεις οι οποίες συζητήθηκαν ενώπιον του τακτικού διοικητικού δικαστηρίου πριν από την 22.12.2016 (βλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ.) και, αφετέρου, δεν εφαρμόζεται ratione materiae στην αναιρετική δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1 του εν λόγω Κώδικα, οι διατάξεις του διέπουν την εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Συνεπώς, είναι νόμω αβάσιμη η επίκληση από την αναιρεσείουσα της ως άνω διάταξης του ΚΔΔ.
(Δ) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 2 του άρθρου 89 και 3 του άρθρου 97 του Τελωνειακού Κώδικα (ν. 1165/1918) προς την παράγραφο 8 του ιδίου άρθρου 97 αυτού (προστεθείσα με το άρθρο 4 του ν. 1514/1950), καθώς και προς την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ΚΔΔ (όπως η τελευταία αυτή παράγραφος ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 17 του ν. 4446/2016), προκύπτει ότι η διοικητική διαδικασία καταλογισμού της τελωνειακής παράβασης της λαθρεμπορίας είναι αυτοτελής και διακεκριμένη σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική διαδικασία. Η αυτοτέλεια των δύο διαδικασιών (ποινικής και διοικητικής) έχει την έννοια ότι το διοικητικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν διαπράχθηκε η διοικητική παράβαση, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, εκτός εάν πρόκειται για αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, οπότε δεσμεύεται ως προς την ενοχή του δράστη (βλ. ΣτΕ 359/2020 Ολομ.), υποχρεούται, όμως, να συνεκτιμήσει αυτήν κατά την διαμόρφωση της κρίσης του (βλ. ΣτΕ 1741/2015 Ολομ., 2067/2011 επταμ., 1522/2010 επταμ. κ.ά.). 
(Ε) Το ΕΔΔΑ, ερμηνεύοντας τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνει την αρχή του σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορούμενου, έχει δεχθεί ότι απόφαση διοικητικού δικαστηρίου που έπεται τελικής αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου για το ίδιο πρόσωπο δεν πρέπει να την παραβλέπει και να θέτει εν αμφιβόλω την αθώωση, έστω και αν αυτή εχώρησε λόγω αμφιβολιών, ως «τελική» δε απόφαση, στο πλαίσιο της προαναφερόμενης νομολογίας, νοείται η αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου (βλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ., 167-169/2017 επταμ. κ.ά.). Προκειμένου να ενεργοποιηθεί το τεκμήριο αθωότητας από την ανωτέρω άποψη, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να δείξει ότι η ποινική διαδικασία συνδέεται κατ’ ουσίαν προς την διοικητική διαδικασία και την αντίστοιχη διοικητική δίκη (βλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ., 175/2018 – πρβλ. ΕΔΔΑ ευρ. συνθ. 12.7.2013, 25424/09, Allen κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψεις 94, 103 και 104, ΕΔΔΑ 18.10.2016, 21107/07, Alkaşi κατά Τουρκίας, σκέψεις 25-28). 
(ΣΤ) Το τεκμήριο αθωότητας, όπως προκύπτει ιδίως από το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, κατοχυρώνεται στην έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως γενική αρχή του ενωσιακού δικαίου (βλ. ΔΕΚ 8.7.1999, C-199/92 P, Hüls κατά Επιτροπής, σκέψη 149 και ΔΕΕ 23.12.2009, C-45/08, Spector Photo Group  και Van Raemdonck, σκέψεις 39-40), η οποία έχει ήδη ενσωματωθεί στο άρθρο 48 παρ. 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ανωτέρω αρχή του ενωσιακού δικαίου και το άρθρο 48 παρ. 1 του Χάρτη έχουν ανάλογο κανονιστικό περιεχόμενο με εκείνο του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, ως προς το ζήτημα το οποίο αναφέρεται στην προηγούμενη σκέψη. 
(Ζ) Η καταστολή της φοροδιαφυγής (και, ιδίως, της μεγάλης από απόψεως ποσού), μέσω της διαπιστώσεως των οικείων παραβάσεων και της επιβολής των αντίστοιχων διαφυγόντων φόρων, καθώς και των προβλεπόμενων στον νόμο διοικητικών κυρώσεων, συνιστά, κατά το Σύνταγμα (άρθρα 4 παρ. 5, 26 και 106 παρ. 1 και 2), επιτακτικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος και βασικό έργο της φορολογικής Διοικήσεως, η νομιμότητα των πράξεων της οποίας υπόκειται στον έλεγχο των διοικητικών δικαστηρίων, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 και το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος (βλ. ΣτΕ 359/2020 Ολομ., 680/2017 επταμ., 1992/2016 επταμ.). Συναφώς, ο νομοθέτης μπορεί να χαρακτηρίσει όχι μόνο ως διοικητικές παραβάσεις αλλά και ως ποινικά αδικήματα τις πλέον σοβαρές, από απόψεως ποσού ή/και συνθηκών τελέσεως, παραβάσεις φοροδιαφυγής, που, κατά την εκτίμησή του, χρήζουν έντονης κοινωνικής αποδοκιμασίας και απαιτούν συμπληρωματικές (σε σχέση με τις επιβαλλόμενες από τη φορολογική Διοίκηση) κυρώσεις, για την αποτελεσματικότερη πρόληψη και αντιμετώπισή τους. Δεδομένου, όμως, ότι, κατά τα προεκτεθέντα, η εφαρμογή και η επιβολή της διοικητικής νομοθεσίας περί φορολογίας ανάγεται στην άσκηση της κατά το άρθρο 26 του Συντάγματος εκτελεστικής λειτουργίας, η δράση της οποίας, σε περίπτωση αμφισβητήσεως των πράξεών της, υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, στον δικαιοδοτικό έλεγχο του διοικητικού δικαστή, που είναι ο “φυσικός” δικαστής των διαφορών μεταξύ του Κράτους και των διοικουμένων όσον αφορά την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της φορολογικής/τελωνειακής νομοθεσίας, η διπλή, διοικητική και ποινική, διαδικασία, που προβλέπεται στον νόμο για την αντιμετώπιση παραβάσεων φοροδιαφυγής, πρέπει, ανεξαρτήτως του ποσού του διαφυγόντος φόρου ή δασμού, να οργανώνεται νομοθετικά και να διενεργείται κατά τρόπο ώστε ο ποινικός δικαστής να επιλαμβάνεται (μετά από διακοπή της προθεσμίας παραγραφής του ποινικού αδικήματος) κατόπιν της τελεσίδικης κρίσεως της ουσίας της υποθέσεως από τον διοικητικό δικαστή, δοθέντος, άλλωστε, ότι δεν θα ήταν συνταγματικώς ανεκτή ποινική καταδίκη για φοροδιαφυγή σε περίπτωση που ο διοικητικός δικαστής κρίνει ότι δεν είναι νόμιμη η σχετική καταλογιστική του φόρου πράξη της Διοικήσεως (βλ. ΣτΕ 359/2020 Ολομ., 1887/2018 επταμ., 951/2018 επταμ., 680/2017 επταμ.). Σε κάθε περίπτωση, στο πλαίσιο του ημεδαπού δικονομικού συστήματος και της δικαιοδοσίας των διοικητικών και των ποινικών δικαστηρίων, το ζήτημα εάν εισαχθέντα εμπορεύματα απολαμβάνουν προτιμησιακής δασμολογικής μεταχείρισης, ως καταγόμενα από ορισμένη τρίτη χώρα (εν προκειμένω, από την Ινδονησία) αποτελεί ζήτημα διοικητικής φύσεως, το οποίο τέμνεται αρμοδίως (και με δύναμη δεδικασμένου) από το διοικητικό δικαστήριο, η δε σχετική με το ζήτημα αυτό αμετάκλητη κρίση του ποινικού δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται σχετικής κατηγορίας λαθρεμπορίας, είναι παρεμπίπτουσα και δεν μπορεί να οδηγήσει, άμεσα ή έμμεσα, στην παραγωγή δεδικασμένου ή/και δέσμευσης για το διοικητικό δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της συναφούς διοικητικής διαφοράς από την επιβολή των διαφυγόντων κατά την εισαγωγή δασμών και φόρων. Συνεπώς, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά παραπάνω, σε υπόθεση όπως η παρούσα, που αφορά στον καταλογισμό των οφειλόμενων δασμών και φόρων (και όχι “ποινικής” ευθύνης), η τοιαύτη κρίση ποινικού δικαστηρίου δεν παράγει δέσμευση, αλλά, πάντως, πρέπει να συνεκτιμάται από τον διοικητικό δικαστή, ο οποίος κρίνει αυτοτελώς τo ανωτέρω ζήτημα, ασκώντας την προαναφερόμενη κατά το Σύνταγμα αρμοδιότητά του και βασιζόμενος στην ενώπιόν του αποδεικτική διαδικασία (πρβλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ.· πρβλ. επίσης ΑΠ Ολομ. 4/2020, όσον αφορά τη σημασία, από την άποψη του τεκμηρίου αθωότητας, απαλλακτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου για την κρίση του πολιτικού δικαστηρίου σε σχετική δίκη περί αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης). Ενόψει της διαφοράς των κανόνων απόδειξης και της αποδεικτικής διαδικασίας μεταξύ της διοικητικής και της ποινικής δίκης (πρβλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ., 434/2017 επταμ., 1992/2016 επταμ., 1741/2015 Ολομ.), μεταξύ άλλων, ως προς τη χρήση και τη σημασία των αποδεικτικών μέσων των εγγράφων και της εξέτασης μαρτύρων στο ακροατήριο (πρβλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ.), καθώς και ενόψει της αυτοτέλειας και του διαφορετικού σκοπού της διοικητικής διαδικασίας και δίκης (περί της ύπαρξης φορολογικής υποχρέωσης) έναντι της ποινικής, ο διοικητικός δικαστής, εκτιμώντας διαφορετικά από τον ποινικό δικαστή τα στοιχεία και τα περιστατικά της ενώπιόν του υπόθεσης, αναφορικά με το παραπάνω ζήτημα (προκειμένου να κρίνει τη νομιμότητα της πράξης επιβολής δασμών και φόρων), δεν παραβιάζει τις επιταγές που απορρέουν από το άρθρο 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ ή την προαναφερόμενη αντίστοιχη γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης [πρβλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ., 434/2017 επταμ., 1992/2016 επταμ., ΑΠ Ολομ. 4/2020 και ΕΔΔΑ (decision) 11.4.2019, 32216/15, Bonnemaison κατά Γαλλίας, ΕΔΔΑ 18.12.2016, Alkaşi κατά Τουρκίας 21107/07, σκέψεις 30-31, ΕΔΔΑ 14.10.2010, 29889/04, Vanjak κατά Κροατίας, σκέψη 68, ΕΔΔΑ 11.2.2003, Y. v. Norway, 56568/00, σκέψη 41 και ΕΔΔΑ (decision) 13.11.2003, 48518/99, Lundkvist κατά Σουηδίας – βλ. επίσης a contrario ΕΔΔΑ 30.4.2015, 3453/12 κ.λπ., Καπετάνιος και άλλοι κατά Ελλάδας, σκέψεις 86-88, όπου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, ο μη κατασταλτικός/τιμωρητικός σκοπός της διοικητικής διαδικασίας και δίκης, καθώς και η αυτονομία της έναντι της ποινικής), υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι η διατύπωση της απόφασής του δεν εξέρχεται των ορίων του διοικητικού δικαίου και του αντικειμένου της διοικητικής δίκης (πρβλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ., ΕΔΔΑ 27.9.2007, Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας, 35522/04, σκέψη 40 και ΕΔΔΑ 28.5.2020, 29620/07, Farzaliyev κατά Αζερμπαϊτζάν, σκέψη 64) και, γενικότερα, ότι δεν θέτει εν αμφιβόλω, κατά τρόπο άμεσο και σαφή, την ορθότητα της απαλλακτικής κρίσης στην οποία κατέληξε ο ποινικός δικαστής, βάσει της ενώπιόν του αποδεικτικής διαδικασίας (πρβλ.  ΣτΕ 951/2018 επταμ. και ΕΔΔΑ 18.12.2016, Alkaşi, op.cit., σκέψη 31), αποδίδοντας κατ’ ουσίαν στον αθωωθέντα ευθύνη για το ποινικό αδίκημα από το οποίο αυτός απαλλάχθηκε (πρβλ. ΕΔΔΑ 28.5.2020, Farzaliyev op.cit., σκέψεις 61-69). 
(Η) Η ως άνω ερμηνευτική προσέγγιση (των υποχρεώσεων που απορρέουν από την ανάγκη σεβασμού) του τεκμηρίου αθωότητας, σε υπόθεση όπως η παρούσα, επιρρωνύεται και από την αρχή της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, η οποία συνιστά αρχή του ενωσιακού δικαίου (βλ. λ.χ. ΣτΕ 400/2020, 2221/2018, 1993/2016 επταμ., 2403/2015), αλλά και της ΕΣΔΑ (βλ. ΣτΕ 1993/2016 επταμ.), η οποία δεν ρυθμίζει το ζήτημα της δέσμευσης των διοικητικών δικαστηρίων από αθωωτικές αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων (πρβλ. ΕΔΔΑ 27.9.2007, Σταυρόπουλος, op.cit., σκέψη 37). Ειδικότερα, σύμφωνα με την ενωσιακή αρχή της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, απόκειται κατ’ αρχήν (με εξαίρεση, η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω, την περίπτωση που υπάρχει σχετική κανονιστική ρύθμιση της Ένωσης) σε κάθε κράτος μέλος να θεσπίσει τους δικονομικούς κανόνες κατ’ εφαρμογή των οποίων παρέχεται έννομη προστασία των προβλεπόμενων από το ενωσιακό δίκαιο δικαιωμάτων των ιδιωτών, υπό την προϋπόθεση ότι οι κανόνες αυτοί, αφενός, δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που αφορούν παρόμοιες ένδικες προσφυγές βάσει του εσωτερικού δικαίου (αρχή της ισοδυναμίας) και, αφετέρου, δεν καθιστούν αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που χορηγεί το ενωσιακό δίκαιο (αρχή της αποτελεσματικότητας). Ζήτημα παραβίασης της αρχής της ισοδυναμίας δεν τίθεται, εν προκειμένω. Επιπλέον, γίνεται σεβαστή και η αρχή της αποτελεσματικότητας, δεδομένου ότι δεν καθίσταται αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερής η επίκληση και άσκηση από τον ιδιώτη, ενώπιον του αρμόδιου τακτικού διοικητικού δικαστηρίου, των δικαιωμάτων που του χορηγεί το ενωσιακό τελωνειακό δίκαιο. Άλλωστε, σε υπόθεση όπως η παρούσα, η ως άνω ερμηνεία εξυπηρετεί την ανάγκη διασφάλισης από τον διοικητικό δικαστή (που, κατά τα προεκτεθέντα, κρίνει με δύναμη δεδικασμένου το ζήτημα εάν τα επίμαχα εισαχθέντα εμπορεύματα απολαμβάνουν προτιμησιακής δασμολογικής μεταχείρισης) της υπεροχής και της αποτελεσματικότητας του ενωσιακού τελωνειακού δικαίου, η οποία συμβάλλει στην ερμηνευτική προσέγγιση της αρχής του σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτή κατοχυρώνεται στην ΕΣΔΑ και στο πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (πρβλ. ΔΕΕ μειζ. συνθ. 26.2.2013, C-399/11, Melloni, σκέψεις 57-63 και, ιδίως, ΣτΕ 272/2020, όσον αφορά την αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της ηπιότερης φορολογικής κύρωσης). Και τούτο, διότι το ποινικό δικαστήριο δέχθηκε, εν προκειμένω, ότι το επίμαχο φορτίο εμπορευμάτων ήταν ινδονησιακής καταγωγής, με βάση πιστοποιητικό καταγωγής, το οποίο, αφενός, κρίθηκε αιτιολογημένα από το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο ότι αναφερόταν σε φορτίο εμπορευμάτων διαφορετικό από το ένδικο και, αφετέρου, εκδόθηκε περίπου 17 μήνες μετά από την εισαγωγή των επίμαχων εμπορευμάτων στην Ελλάδα και αφού είχε ξεκινήσει έλεγχος της τελωνειακής αρχής για τη γνησιότητα του υποβληθέντος κατά την εισαγωγή πιστοποιητικού καταγωγής, χωρίς, όμως, να προκύπτει ότι το ποινικό δικαστήριο διέλαβε ειδική και αιτιολογημένη κρίση περί της ταυτότητας των επίδικων εμπορευμάτων και εκείνων στα οποία αφορούσε το εκ των υστέρων εκδοθέν πιστοποιητικό καταγωγής, καθώς και ότι έλαβε υπόψη του και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 66 επ. του Κανονισμού της Επιτροπής 2454/1993 «για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα». Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 78 (παρ. 1 και 10), 81 (παρ. 1 και 2), 85 (παρ. 1 και 2) και 87 του ως άνω κοινοτικού Κανονισμού προκύπτουν τα ακόλουθα: […]. Οι ανωτέρω διατάξεις του ενωσιακού δικαίου δεν προβλέπουν δυνατότητα του εισαγωγέα να αντικαταστήσει (πολύ μετά από την εισαγωγή και, δη, μετά από την έναρξη του τελωνειακού ελέγχου) το μη γνήσιο πιστοποιητικό καταγωγής που υπέβαλε κατά την εισαγωγή των εμπορευμάτων, προκειμένου αυτά να τύχουν προτιμησιακής δασμολογικής μεταχείρισης, ούτε, άλλωστε, η τοιαύτη χρήση μη γνήσιου πιστοποιητικού καταγωγής θα μπορούσε ευλόγως να θεωρηθεί εξαιρετική περίπτωση αθέλητου σφάλματος ή παράλειψης, ικανή να δικαιολογήσει την εκ των υστέρων έκδοση πιστοποιητικού καταγωγής, δυνάμει του άρθρου 81 του προαναφερόμενου Κανονισμού. Επομένως, εν προκειμένω, η επίκληση από την αιτούσα μεταγενέστερου πιστοποιητικού καταγωγής έγινε κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων του κοινοτικού τελωνειακού δικαίου και δεν μπορούσε ούτε να θεμελιώσει νομίμως την ινδονησιακή καταγωγή και την προτιμησιακή δασμολογική μεταχείριση των επίμαχων εμπορευμάτων ούτε, περαιτέρω, να υπονομεύσει τη νομιμότητα του επίδικου καταλογισμού των διαφυγόντων κατά την εισαγωγή τους δασμών και φόρων, ενώ είναι διάφορο το ζήτημα της δυνατότητας λήψης υπόψη ενός τέτοιου πιστοποιητικού υπέρ του κατηγορούμενου για ποινικό αδίκημα λαθρεμπορίας.  
(Θ) Με βάση όσα κρίθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης περί παραβίασης των επιταγών του τεκμηρίου αθωότητας εκ του ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο έκρινε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του αντίθετα προς την προαναφερόμενη αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του Β΄ Τριμ. Πλημμελειοδικείου Πειραιά, όσον αφορά την καταγωγή των επίμαχων εμπορευμάτων. 
(Ι) Η συγκεκριμένη έκφανση του τεκμηρίου αθωότητας, που επικαλείται η αναιρεσείουσα, αφορά στο δικαίωμα σεβασμού της τιμής και της αξιοπρέπειάς της και βρίσκει έρεισμα όχι μόνο στο άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ αλλά και στο δικαίωμα (σεβασμού του ιδιωτικού βίου της) που προστατεύει το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (βλ. ΕΔΔΑ ευρ. συνθ. 12.7.2013, Allen, op.cit., σκέψη 94 και ΕΔΔΑ 30.4.2015, Καπετάνιος και άλλοι, op.cit., σκέψη 83). Ωστόσο, η διοικητική δίκη επί της προσφυγής κατά πράξης επιβολής σε ορισμένο πρόσωπο δασμών ή/και φόρων αφορά στην αντικειμενική νομιμότητα της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης (ειδικότερα, στην εξ αντικειμένου ύπαρξη της οριζόμενης στο νόμο φορολογητέας ύλης/πράξης, στην οποία στηρίζεται η γένεση της επίδικης φορολογικής ενοχής, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας και, γενικότερα, παραβατικής συμπεριφοράς του υπόχρεου: βλ. ανωτέρω σκέψη 6) και όχι σε κάποιο εξ υποκειμένου δικαίωμα, όπως στο δικαίωμα σεβασμού της τιμής και της υπόληψης/προσωπικότητας του υπόχρεου (πρβλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ.). Συνεπώς, λόγοι προσφυγής, στο πλαίσιο τέτοιας δίκης, προβάλλονται λυσιτελώς, εάν αφορούν στην αντικειμενική νομιμότητα της επίδικης διοικητικής πράξης. Αντίθετα, δεν είναι λυσιτελείς λόγοι προσφυγής και, περαιτέρω, έφεσης ή αναίρεσης που στηρίζονται στο δικαίωμα σεβασμού της τιμής και της αξιοπρέπειας του υπόχρεου. Πράγματι, το εν λόγω εξ υποκειμένου δικαίωμα δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να επηρεάσει την αντικειμενική νομιμότητα της διοικητικής πράξης επιβολής δασμών ή/και φόρων ούτε να θίξει την κατά το Σύνταγμα αρμοδιότητα του διοικητικού δικαστηρίου να κρίνει (αυτοτελώς) τη νομιμότητα της πράξης αυτής ή να ελέγξει για σφάλματα τη σχετική πρωτοβάθμια κρίση του κατώτερου διοικητικού δικαστηρίου. Είναι, δε, διάφορο το ζήτημα αν το ως άνω δικαίωμα μπορεί να αποτελέσει τη βάση για αξίωση/αγωγή αποζημίωσης έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, λόγω ηθικής βλάβης απορρέουσας από τη διατύπωση της απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου (πρβλ. ΕΔΔΑ 30.4.2015, Καπετάνιος και άλλοι, op.cit., σκέψη 113 και ΕΔΔΑ 9.6.2016, 66602/09, 71879/12, Σισμανίδης και Σιταρίδης κατά Ελλάδας, σκέψη 72, σε συνδυασμό με ΣτΕ 1501/2014 Ολομ.). Η τοιαύτη ηθική βλάβη του υποκειμένου του δικαιώματος, εν πάση περιπτώσει, δεν καλύπτει ούτε συνάπτεται προς την υλική/οικονομική βλάβη του η οποία αντιστοιχεί στους επίμαχους δασμούς ή/και φόρους που αυτός οφείλει να πληρώσει δυνάμει της οικείας καταλογιστικής πράξης της φορολογικής Διοίκησης (πρβλ. ΕΔΔΑ 30.4.2015, Καπετάνιος και άλλοι, op.cit., σκέψη 113 και ΕΔΔΑ 9.6.2016, 66602/09, 71879/12, Σισμανίδης και Σιταρίδης κατά Ελλάδας, σκέψη 72). Ο προαναφερόμενος τρόπος προστασίας του ως άνω δικαιώματος είναι επαρκώς αποτελεσματικός και συνιστά εκδήλωση της αρχής της διαδικαστικής και δικονομικής αυτονομίας του ελληνικού κράτους, στο πλαίσιο της οποίας ουδόλως επιβάλλεται η διάνοιξη μιας άλλης δικονομικής οδού προστασίας του δικαιώματος και, δη, εντός της διοικητικής δίκης που έχει ως αντικείμενο τη νομιμότητα της διοικητικής πράξης επιβολής δασμών ή/και φόρων. Συνακόλουθα, έστω κι αν, ενδεχομένως,  χωρεί παραβίαση του ανωτέρω δικαιώματος από τη διατύπωση (του σκεπτικού) της σχετικής απόφασης διοικητικού δικαστηρίου, πάντως, η τοιαύτη προσβολή του παραπάνω δικαιώματος, ενόψει της φύσης και του περιεχομένου αυτού, δεν στοιχειοθετεί κάποιον από τους λόγους αναίρεσης που προβλέπει το άρθρο 56 παρ. 1 του π.δ. 18/1989. Ειδικότερα, (i) το ως άνω εξ υποκειμένου δικαίωμα δεν αποτελεί στοιχείο «του νόμου που διέπει την επίδικη έννομη σχέση» (φορολογική οφειλή), κατά την έννοια της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 56, (ii) το εν λόγω δικαίωμα δεν συνιστά «τύπο» της διαδικασίας έκδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου, κατά την έννοια της περίπτωσης γ΄ της ίδιας παραγράφου και (iii) η άσκηση από το διοικητικό δικαστήριο της κατά το Σύνταγμα αρμοδιότητάς του να κρίνει τη νομιμότητα της επίδικης διοικητικής πράξης επιβολής δασμών ή/και φόρων ή να ελέγξει για σφάλματα τη σχετική κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (στο πλαίσιο προσφυγής ή έφεσης, αντίστοιχα) δεν μπορεί να ενέχει «υπέρβαση καθηκόντων», κατά την έννοια της περίπτωσης α΄ της ίδιας παραγράφου. 
(ΙΑ) Σύμφωνα με όσα κρίθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης περί παραβίασης των επιταγών του τεκμηρίου αθωότητας πρέπει να απορριφθεί, επικουρικά, και ως αλυσιτελής.  
(ΙΒ) Η υιοθετηθείσα στις προηγούμενες σκέψεις έννοια των ενωσιακών αρχών του σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, της διαδικαστικής και δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών και της αποτελεσματικής εφαρμογής του κοινοτικού τελωνειακού δικαίου, σε υπόθεση όπως η παρούσα, είναι τόσο σαφής, ώστε να μην συντρέχει περίπτωση υποβολής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικού προδικαστικού ερωτήματος, κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, πρέπει δε να απορριφθεί ως αβάσιμο το οικείο αίτημα της αναιρεσείουσας. 
(ΙΓ) Περαιτέρω, είναι, εν πάση περιπτώσει, αλυσιτελής η επίκληση από την αναιρεσείουσα των διατάξεων του άρθρου 1 του (κυρωθέντος με το άρθρο 1 του ν. 4596/2019, Α΄ 32) 16ου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, οι οποίες δεν έχουν πεδίο εφαρμογής σε υπόθεση, όπως η παρούσα, που παρουσιάζει σύνδεσμο με το ενωσιακό (τελωνειακό) δίκαιο, ώστε να έλκονται προς εφαρμογή οι κανόνες του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου περί θεμελιωδών δικαιωμάτων (βλ. σχετικά και την αιτιολογική έκθεση του ν. 4596/2019, στην οποία σημειώνεται ότι «Είναι προφανές ότι εάν ανακύψει ζήτημα από την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου που θα ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 267 της [ΣΛΕΕ], το δικάζον δικαστήριο υποχρεούται […] να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ. Συνεπώς, η δυνατότητα υποβολής αιτήματος γνωμοδότησης στο ΕΔΔΑ τελεί υπό την επιφύλαξη του άρθρου 267 [ΣΛΕΕ] και των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτό.»).
(ΙΔ) Επιπλέον, δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής του ανωτέρω ζητήματος ερμηνείας του άρθρου 6 παρ. 2 της (κυρωθείσας με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, Α΄ 256) ΕΣΔΑ στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ΑΕΔ), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 100 παρ. 1 περίπτ. ε του Συντάγματος, διότι δεν στοιχειοθετείται αντίθεση, κατά την έννοια της εν λόγω συνταγματικής διάταξης, μεταξύ της παρούσας απόφασης και των αποφάσεων 124/2017 και 1824/2019 της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου που επικαλείται η αναιρεσείουσα (βλ. επίσης και ΕλΣυν 271/2019 Ολομ.), διότι (α) κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 100 παρ. 1 περίπτ. ε του Συντάγματος και 6 περίπτ. ε και 48 παρ. 1 του Κώδικα περί ΑΕΔ, για να υπάρξει αντίθεση μεταξύ των αποφάσεων των ανώτατων δικαστηρίων ως προς την έννοια τυπικού νόμου, για την άρση της οποίας ιδρύεται δικαιοδοσία του ΑΕΔ, πρέπει οι αποφάσεις αυτές να αναφέρονται στο ίδιο κρίσιμο νομικό ζήτημα με βάση τις ίδιες διατάξεις τυπικού νόμου και, συνακόλουθα, δεν συντρέχει αντίθεση, μεταξύ άλλων, όταν τα ανώτατα δικαστήρια δεν ερμήνευσαν αποκλειστικά και μόνο την ίδια διάταξη τυπικού νόμου, αλλά το ένα από αυτά την ερμήνευσε σε συνδυασμό και με άλλες διατάξεις και, ως εκ τούτου, το επιλυθέν ζήτημα δεν είναι το ίδιο, αλλά διαφορετικό (βλ. λ.χ. ΑΕΔ 2/2015, 5/2013), (β) οι ως άνω αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου αφορούν στο ζήτημα της δέσμευσης αυτού από αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, κατά την επίλυση διαφοράς από πράξη καταλογισμού δημοσιολογιστικής ευθύνης, προς αποκατάσταση ελλείμματος στη δημόσια διαχείριση, ενώ η παρούσα απόφαση αφορά στο διαφορετικό νομικό ζήτημα της δέσμευσης τακτικού διοικητικού δικαστηρίου από αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, κατά την επίλυση διαφοράς από διοικητική πράξη επιβολής των διαφυγόντων, κατά την εισαγωγή εμπορευμάτων, δασμών και φόρων και (γ) η εν λόγω διαφοροποίηση του κριθέντος νομικού ζητήματος αντανακλάται και στις ερμηνευόμενες διατάξεις και αρχές, δεδομένου ότι η παρούσα απόφαση προβαίνει σε ερμηνεία του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ όχι αποκλειστικά ή μόνο σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του ΚΔΔ, αλλά επιπλέον σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Τελωνειακού Κώδικα που μνημονεύονται στη σκέψη 9, καθώς και σε συνδυασμό με τη ρύθμιση του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, με την (κατοχυρωμένη στην ΕΣΔΑ και στο ενωσιακό δίκαιο) αρχή της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών και με την αρχή της αποτελεσματικότητας του ενωσιακού δικαίου, ήτοι στηρίζεται σε ερμηνεία ευρύτερου και (εν μέρει) διαφορετικού πλέγματος διατάξεων και αρχών, σε σχέση με τις διατάξεις που ερμηνεύουν οι παραπάνω αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου.         
(ΙΕ) Τούτων έπεται ότι η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, κατά το μέρος της που αφορά στην επιβολή στην αναιρεσείουσα δασμών και φόρων.

Πηγή: http://www.humanrightscaselaw.gr/

ΣτΕ Γ΄ 7μ 1869/2020

Aυτοδίκαιη αποβολή της δικηγορικής ιδιότητας, λόγω αμετάκλητης ποινικής καταδίκης: αντίθετη, υπό προϋποθέσεις, στο άρθρο 8 της Ε.Σ.Δ.Α

Οι διατάξεις του άρθρου 8 της Ε.Σ.Δ.Α., όπως έχουν ερμηνευθεί από τη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α., δεν αποκλείουν από την έννοια της «ιδιωτικής ζωής» δραστηριότητες επαγγελματικής ή επιχειρηματικής φύσεως, όπως είναι η άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος. Ωστόσο, για να είναι σύμφωνη με την παρ. 2 του παραπάνω άρθρου μία επέμβαση ή ένας περιορισμός στην άσκηση μιας επαγγελματικής δραστηριότητας, όπως το δικηγορικό επάγγελμα, πρέπει οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες τελούν να προβλέπονται στο νόμο, με την έννοια ότι πρέπει να ευρίσκουν έρεισμα σε υφιστάμενη διάταξη νόμου με επαρκώς σαφές και συγκεκριμένο περιεχόμενο, η οποία να επιτρέπει στο φορέα του δικαιώματος να εκτιμήσει εκ των προτέρων, αναλόγως των περιστάσεων, τις συνέπειες των ενεργειών ή της συμπεριφοράς του.

     Εν προκειμένω, οι διατάξεις του προϊσχύσαντος Κώδικα περί Δικηγόρων, ο οποίος ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο τέλεσης του ποινικού αδικήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αιτών, δεν περιελάμβαναν το αδίκημα της ψευδορκίας μεταξύ αυτών που αποτελούσαν κώλυμα διορισμού του αιτούντος ως δικηγόρου και, αντιστοίχως, λόγο αυτοδίκαιης αποβολής της δικηγορικής ιδιότητας, το αδίκημα δε αυτό περιελήφθη στην παραπάνω κατηγορία με τον μεταγενέστερο Κώδικα Δικηγόρων, που τέθηκε σε ισχύ στις 27.9.2013. Έτσι, ο επίμαχος σοβαρός περιορισμός της επαγγελματικής ελευθερίας του αιτούντος, ο οποίος τίθεται πράγματι χάριν του δημοσίου συμφέροντος, δεν προβλεπόταν στον Κώδικα περί Δικηγόρων ως απόρροια του συγκεκριμένου αδικήματος της ψευδορκίας, όταν την διέπραξε ο αιτών, με αποτέλεσμα να μην είναι και ο ίδιος σε θέση τότε να προβλέψει τις συνέπειες της τέλεσης αυτού του αδικήματος στην επαγγελματική του ζωή. Με τα δεδομένα αυτά, η αυτοδίκαιη αποβολή της δικηγορικής ιδιότητας του αιτούντος λόγω αμετάκλητης ποινικής καταδίκης δεν αποτελεί μεν μέτρο «ποινικής» φύσης και δεν τυγχάνουν σε αυτό εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 1 του Συντάγματος, του άρθρου 7 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. καθώς και του άρθρου 4 παρ. 1 του εβδόμου (7ου) Πρωτοκόλλου της εν λόγω Σύμβασης, όμως, το επίμαχο μέτρο έρχεται σε αντίθεση προς το άρθρο 8 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και, ειδικότερα, προς την ανάγκη προβλεψιμότητας του σοβαρού αυτού περιορισμού της επαγγελματικής ελευθερίας και των προϋποθέσεων υπό τις οποίες επιβάλλεται, με την έννοια ότι η διάπραξη του αδικήματος της ψευδορκίας, το οποίο, καθιστάμενο αμετάκλητο, οδηγεί αυτοδικαίως σε απώλεια της δικηγορικής ιδιότητας, δεν είχε προβλεφθεί σε διάταξη νόμου ως προϋπόθεση του επίμαχου περιορισμού κατά τον χρόνο τέλεσης του αδικήματος. Ενόψει των ανωτέρω, κρίθηκε ότι η προσβαλλόμενη πράξη, η οποία έχει ως έρεισμα τις διατάξεις του ν. 4194/2013, δεν εκδόθηκε νομίμως, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα, και πρέπει να ακυρωθεί. Μειοψήφησε μία Σύμβουλος που δέχθηκε ότι η πράξη αυτή, ερειδόμενη στις παραπάνω διατάξεις, είναι νόμιμη, διότι με αυτές επιδιώκεται η εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος συνίσταται στην ομαλή λειτουργία της Δικαιοσύνης, με την άσκηση της δικηγορίας από πρόσωπα που διαθέτουν τα κατάλληλα προσόντα. 

     Το Δικαστήριο επεσήμανε, τέλος, ότι είναι διάφορο το ζήτημα ότι η διάπραξη του παραπάνω αδικήματος της ψευδορκίας αποτελεί πειθαρχικό αδίκημα τόσο κατά τον ισχύοντα, όσο και κατά τον προϊσχύσαντα κώδικα περί δικηγόρων, και δεν αποκλείει την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων εις βάρος του αιτούντος.

ΠΗΓΗ: http://www.adjustice.gr/

ΣτΕ Ολ 1822/2020 – Δικονομικοί κανόνες για Μουφτήδες

Δικονομικοί κανόνες επί των υποθέσεων που υπάγονται στη δικαιοδοσία των Μουφτήδων Θράκης – Διεύθυνση Υποθέσεων Δικαιοδοσίας Μουφτή στις Μουφτείες της Θράκης

Με την υπ’ αριθμ. 1822/2020 απόφασή της η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας απέρριψε την αίτηση ακυρώσεως που είχε ασκήσει Έλληνας μουσουλμάνος κάτοικος Ξάνθης : α) κατά σειράς διατάξεων του υπ’ αριθμ. 52/2019 π.δ., με το οποίο θεσπίσθηκαν δικονομικοί κανόνες επί των υποθέσεων που υπάγονται στη δικαιοδοσία των Μουφτήδων Θράκης καθώς και κανόνες σχετικά με τη σύσταση, την οργάνωση και τη λειτουργία Διεύθυνσης Υποθέσεων Δικαιοδοσίας Μουφτή στις Μουφτείες της Θράκης και β) κατά της παράλειψης πρόβλεψης στο εν λόγω π.δ., αφενός μεν, δυνατότητας έφεσης κατά των αποφάσεων του Μουφτή, αφετέρου δε, μεταβατικών διατάξεων για τις εκκρεμείς υποθέσεις ενώπιόν του, προβάλλοντας ότι με τις επίδικες διατάξεις θίγεται, ως προς τις οικογενειακές και κληρονομικές του σχέσεις, το καθεστώς της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης στην οποία ανήκει.

1. Tο Δικαστήριο απέρριψε, καταρχάς, ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς ότι η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του προσβαλλόμενου π.δ., καθ’ ο μέρος προβλέπει ότι ο Μουφτής ασκεί δικαιοδοσία και επί ισλαμικών διαθηκών και επί της εξ αδιαθέτου διαδοχής, εφόσον οι σχέσεις αυτές διέπονται από τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο, έχει εκδοθεί καθ’ υπέρβαση της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 1 του ν. 4511/2018 και είναι ακυρωτέα λόγω κατάχρησης εξουσίας, διότι, όπως κρίθηκε, με την εν λόγω διάταξη δεν διευρύνεται η δικαιοδοσία του Μουφτή αλλά επαναλαμβάνεται απλώς η ισχύουσα σχετική ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 5 της κυρωθείσας από 24.12.1990 πράξης νομοθετικού περιεχομένου.

2. Απορρίφθηκαν ακόμα ως αβάσιμοι οι ισχυρισμοί ότι με το προσβαλλόμενο π.δ., με όχημα την οργάνωση του δικαιοδοτικού ρόλου της Μουφτείας και της Διεύθυνσης Υποθέσεων Δικαιοδοσίας Μουφτή, εισάγεται έλεγχος από την εκτελεστική εξουσία στην οργάνωση και τις εν γένει δραστηριότητες της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης, κατά παράβαση του άρθρου 13 του Συντάγματος και του άρθρου 9 σε συνδυασμό με το άρθρο 11 της Ε.Σ.Δ.Α. Και τούτο, διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, λαμβανομένης υπόψη της σύνθετης ιδιότητας των Μουφτήδων (θρησκευτικοί λειτουργοί και δημόσιοι υπάλληλοι-ιεροδίκες), οι διατάξεις της κυρωθείσας από 24.12.1990 πράξης νομοθετικού περιεχομένου και του προσβαλλόμενου π.δ., με τις οποίες ρυθμίζονται οι ανατιθέμενες στους Μουφτήδες δικαιοδοτικής φύσης αρμοδιότητες, καθορίζονται οι αναγκαίοι δικονομικοί κανόνες για την άσκησή τους και ρυθμίζονται θέματα της οργανωτικής μονάδας και του προσωπικού της για την εξυπηρέτηση της άσκησής τους, αφορούν νομικό πλαίσιο που δεν απορρέει από την κατοχυρούμενη στο Σύνταγμα και στην Ε.Σ.Δ.Α. θρησκευτική ελευθερία, αφού με την εγγύηση της θρησκευτικής ελευθερίας δεν κατοχυρώνεται ειδικό καθεστώς με ειδικά προνόμια για τις θρησκευτικές κοινότητες, σχετικά μάλιστα με άσκηση δικαιοδοσίας, που αποτελεί, άλλωστε, ζήτημα δημόσιας τάξης. Με το θεσπιζόμενο με νόμο ειδικό καθεστώς δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων των Μουφτήδων εξασφαλίζεται, όπως έγινε δεκτό από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ. την από 19.12.2018 απόφαση Μοlla Sali κατά Ελλάδας), ότι δεν εισάγονται αθέμιτες διακρίσεις λόγω θρησκείας, με την πρόβλεψη, σε συμφωνία προς το περιεχόμενο του δικαιώματος του ελεύθερου αυτοπροσδιορισμού (με την αρνητική έκφανσή του, που είναι το δικαίωμα κάποιου να επιλέγει να μην αντιμετωπίζεται ως μέλος μειονότητας), ότι, κατ’ απόκλιση του τεκμηρίου εφαρμογής των κοινών ουσιαστικών και δικονομικών διατάξεων, η υπαγωγή στη δικαιοδοσία του Μουφτή και η εφαρμογή του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου, για τις οριζόμενες κατηγορίες υποθέσεων οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου, εξαρτάται από τη θέληση καθενός από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους. Προκειμένου δε να τηρείται η εγγύηση της μη εισαγωγής διακρίσεων λόγω θρησκείας, το θεσπιζόμενο από τον νόμο ειδικό καθεστώς δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων των Μουφτήδων, τελεί υπό την περαιτέρω προϋπόθεση ότι οι εκδιδόμενες στο πλαίσιο αυτό αποφάσεις τους επί υποθέσεων αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας δεν μπορούν να εκτελεσθούν και να αποτελέσουν δεδικασμένο, εάν δεν κηρυχθούν εκτελεστές από το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας τους κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, που ερευνά την τήρηση των ορίων της δικαιοδοσίας του Μουφτή και την ενδεχόμενη αντίθεση των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν στο Σύνταγμα, ιδίως στο άρθρο 4 παρ. 2, στην Ε.Σ.Δ.Α.

Για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου απορρίφθηκαν και οι ειδικότεροι ισχυρισμοί ότι με τις διατάξεις των άρθρων 13 και 19 (παρ. 2, 3 και 5) του προσβαλλόμενου π.δ. θίγεται θρησκευτικός θεσμός της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης και ότι παραβιάζεται το άρθρο 10 του Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανεξαρτήτως του αν υφίσταται, εν προκειμένω, συνδετικό στοιχείο με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3. Το Δικαστήριο απέρριψε, εξάλλου, τους προβαλλόμενους κατ’ επίκληση διατάξεων του άρθρου 11 της Συνθήκης των Αθηνών ισχυρισμούς, διότι, όπως έκρινε, επαναλαμβάνοντας την πάγια νομολογία του, το άρθρο αυτό, που εγγυάται την αυτονομία των μουσουλμανικών κοινοτήτων, δεν συμβιβάζεται με το σύστημα των ρυθμίσεων της Συνθήκης της Λωζάνης, που στήριξε την προστασία των μειονοτήτων στην αρχή της ίσης μεταχείρισης και της πλήρους εξομοίωσης των μελών των μειονοτήτων με τους λοιπούς υπηκόους των συμβαλλόμενων μερών (Ελλάδας ή Τουρκίας), όσον αφορά την άσκηση των ατομικών και των πολιτικών τους δικαιωμάτων και, ως εκ τούτου, δεν ισχύει πλέον, βάσει του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου (βλ. τα άρθρα 59 και 30 της από 23.5.1960 Σύμβασης της Βιέννης περί του Δικαίου των Συνθηκών). Έκρινε δε ότι, ανεξαρτήτως του ειδικότερου περιεχομένου της υπ’ αριθμ. 229/2017 απόφασης το Άρειου Πάγου καθώς και του αν υπάρχουν εν γένει αποφάσεις του δικαστηρίου αυτού, με τις οποίες έχει κριθεί ότι, σε αντίθεση με τα προαναφερθέντα, η Συνθήκη των Αθηνών εξακολουθεί να ισχύει (όπως προβάλλεται), το ζήτημα της ισχύος διεθνούς συνθήκης δεν εμπίπτει στην περίπτωση του χαρακτηρισμού κανόνα του διεθνούς δικαίου ως γενικώς παραδεδεγμένου κατά την παρ. 1 του άρθρου 28 του Συντάγματος, για την άρση της αμφισβήτησης του οποίου έχει δικαιοδοσία το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 100 παρ. 1 περ. στ’ του Συντάγματος και των άρθρων 52 επ. του κώδικα περί του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου.

4. Απορριπτέοι δε κρίθηκαν και οι ισχυρισμοί ότι : α) οι διατάξεις του δεύτερου μέρους του προσβαλλόμενου π.δ., που αφορούν τη σύσταση, οργάνωση και λειτουργία Διεύθυνσης Υποθέσεων Δικαιοδοσίας Μουφτή στις Μουφτείες της Θράκης παραβιάζουν τα άρθρα 14 της Συνθήκης των Σεβρών και 42, 43 και 45 της Συνθήκης της Λωζάνης, στα οποία, όπως υποστηρίζει ο αιτών, κατοχυρώνεται η θεσμική αυτονομία της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης ως προς τη θρησκευτική, εθιμική και πολιτιστική οργάνωση και λειτουργία της, και β) οι ανωτέρω διατάξεις των διεθνών συνθηκών παραβιάζονται από τα άρθρα 13, 19, 22 και 25 του προσβαλλόμενου π.δ., με τα οποία οργανώνονται οι Μουφτείες ως αυτοτελείς αποκεντρωμένες υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, με αποτέλεσμα, όπως υποστηρίζει ο αιτών, να ελέγχονται ευθέως από την εκτελεστική εξουσία και να καταργείται η αυτόνομη οργάνωση και λειτουργία του πολιτιστικού, εθιμικού και θρησκευτικού αυτού θεσμού, και στελεχώνονται και με αποσπασμένους υπαλλήλους καθώς και με ειδικούς συνεργάτες και μετακλητούς υπαλλήλους που επιλέγονται από τον Υπουργό, κατόπιν εισήγησης ειδικής επιτροπής επιλογής αποτελούμενης κατά πλειοψηφία από πρόσωπα που δεν είναι μέλη της μουσουλμανικής μειονότητας ούτε μουσουλμάνοι, χωρίς μάλιστα να προβλέπεται ως αναγκαίο προσόν διορισμού των ειδικών συνεργατών του Μουφτή η ιδιότητα του μέλους της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης. Και τούτο, διότι, όπως κρίθηκε, οι προαναφερθείσες διατάξεις της κυρωθείσας από 24.12.1990 πράξης νομοθετικού περιεχομένου περί της δικαιοδοσίας του Μουφτή και οι επίδικες διατάξεις του προσβαλλόμενου π.δ. περί του ειδικού καθεστώτος δικαιοδοσίας του Μουφτή, δεν παραβιάζουν τις Συνθήκες των Σεβρών και της Λωζάνης, αφού οι Συνθήκες αυτές δεν υποχρεώνουν την Ελλάδα να εφαρμόζει τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο, και ειδικότερα η Συνθήκη της Λωζάνης δεν αναφέρει ρητά τη δικαιοδοσία του Μουφτή και δεν αναγνωρίζει κανενός είδους δικαιοδοσία σε ειδικό όργανο σε σχέση με τέτοιες θρησκευτικές πρακτικές, ενώ οι προβαλλόμενοι λόγοι έχουν ως βάση ότι στην εν λόγω μουσουλμανική μειονότητα της Ελλάδας κατοχυρώνεται αυτονομία και άσκηση δικαιοδοσίας από τον Μουφτή.

5. Περαιτέρω, το Δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς του αιτούντος ότι : α) κατά παράβαση των άρθρων 8, 26 παρ. 3, 87 και 88 του Συντάγματος δεν εξασφαλίζεται με τις διατάξεις του προσβαλλόμενου π.δ., που θεωρεί τον Μουφτή ως δικαστή και τη Μουφτεία ως δικαστήριο, η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία του Μουφτή ούτε οργανώνεται η Μουφτεία σύμφωνα με το πρότυπο του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών με την απευθείας υπαγωγή της στον Μουφτή αλλά, αντιθέτως, η γραμματεία και η διοικητική οργάνωση της Μουφτείας ανατίθεται, κατ’ ουσίαν, στην εκτελεστική εξουσία, και μάλιστα όχι στο Υπουργείο Δικαιοσύνης αλλά στο Υπουργείο Παιδείας, με αποτέλεσμα να δημιουργείται κύκλος προσώπων που δύναται να επηρεάζει τον Μουφτή κατά την άσκηση των καθηκόντων του, και β) οι διατάξεις του προσβαλλόμενου π.δ., που αφορούν την επιλογή των υπαλλήλων του ιδιότυπου δικαστηρίου που είναι ο Μουφτής, επιτρέπουν στην εκτελεστική εξουσία να παρεμβαίνει στη λειτουργία του κατά παράβαση των προαναφερθεισών συνταγματικών διατάξεων και των γενικών αρχών που διέπουν την οργάνωση των δικαστηρίων και των βασικών αρχών της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, διότι, όπως έκρινε, ο Μουφτής δεν αποτελεί δικαστικό λειτουργό ούτε εντάσσεται στη δικαστική λειτουργία του Κράτους, αλλά σε αυτόν ανατίθεται απλώς από τον νόμο η άσκηση δικαιοδοτικού έργου ως προς ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων με τις προεκτεθείσες προϋποθέσεις, οι δε εκδιδόμενες στο πλαίσιο αυτό αποφάσεις του επί υποθέσεων αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας εκτελούνται και αποτελούν δεδικασμένο, εφόσον κηρυχθούν εκτελεστές κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας από το μονομελές πρωτοδικείο μετά την άσκηση του προβλεπόμενου ελέγχου.

6. Απορρίφθηκαν, εξάλλου, και οι ισχυρισμοί ότι το άρθρο 2 παρ. 2 του προσβαλλόμενου π.δ., που ορίζει ότι είναι ανέκκλητη η δήλωση για την επιλογή της συγκεκριμένης δικαιοδοσίας του Μουφτή και αποκλείει τη δικαιοδοσία των τακτικών δικαστηρίων για συγκεκριμένη διαφορά, παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας δικαίου, διότι, όπως κρίθηκε, οι σχετικές διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 4 περ. α’ της κυρωθείσας από 24.12.1990 πράξης νομοθετικού περιεχομένου και 2 παρ. 2 του προσβαλλόμενου π.δ., στις οποίες προβλέπεται η κατ’ εξαίρεση από το κοινό δίκαιο υπαγωγή των οριζόμενων κατηγοριών υποθέσεων οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου στη δικαιοδοσία του Μουφτή, υπό την προϋπόθεση της σχετικής δήλωσης βούλησης των ενδιαφερομένων, που είναι ανέκκλητη, είναι σαφείς και με προβλέψιμη εφαρμογή, όπως επιβάλλεται από την αρχή της ασφάλειας δικαίου και ιδίως από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α’ του Συντάγματος ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, με τις διατάξεις δε αυτές διασφαλίζεται η σταθερότητα των εφαρμοστέων κανόνων επί συγκεκριμένης διαφοράς, η οποία, κατ’ εξαίρεση από το κοινό δίκαιο, υπάγεται στη δικαιοδοσία του Μουφτή, ώστε να μην τίθεται επ’ αόριστον εν αμφιβόλω η κατάσταση των εν λόγω Ελλήνων καθώς και να αποφεύγεται το ενδεχόμενο της έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων. Άλλωστε, όπως σημείωσε το Δικαστήριο, υφίσταται περαιτέρω δυνατότητα υπαγωγής των διαφορών αυτών στο κοινό δίκαιο, αφού με ορισμένες διατάξεις του προσβαλλόμενου π.δ., που αφορούν τη διαδικασία ενώπιον του Μουφτή και αποσκοπούν στη διασφάλιση του δικαιώματος του ελεύθερου αυτοπροσδιορισμού, προβλέπεται ως έννομη συνέπεια ότι η αίτηση για επίλυση συγκεκριμένης διαφοράς από τον Μουφτή θεωρείται ως μη ασκηθείσα.

7. Το Δικαστήριο απέρριψε ακόμα (κατά πλειοψηφία, με μειοψηφία μίας Συμβούλου) τον ισχυρισμό ότι κατά παράβαση του Συντάγματος και των προαναφερθεισών Συνθηκών αποκλείονται από τη δικαιοδοσία του Μουφτή τα μέλη της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης, που δεν διαμένουν στη Θράκη, διότι, όπως έκρινε, οι από τον νόμο ανατιθέμενες στους Μουφτήδες δικαιοδοτικής φύσης αρμοδιότητες δεν απορρέουν ούτε από τη θρησκευτική ελευθερία που κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα και στην Ε.Σ.Δ.Α., διότι διαφορετική εκδοχή θα ισοδυναμούσε με αναγνώριση σε θρησκευτική κοινότητα ειδικού καθεστώτος με ειδικά προνόμια, σχετικά μάλιστα με άσκηση δικαιοδοσίας που αποτελεί ζήτημα δημόσιας τάξης, ούτε από τις Συνθήκες των Σεβρών και της Λωζάνης, που δεν υποχρεώνουν την Ελλάδα να εφαρμόζει τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο και να αναγνωρίζει τη δικαιοδοσία του Μουφτή στην ελληνική μουσουλμανική κοινότητα, που εξαιρέθηκε από την ανταλλαγή πληθυσμών, και δεν αναγνωρίζουν κανενός είδους δικαιοδοσία σε ειδικό όργανο σε σχέση με τέτοιες θρησκευτικές πρακτικές. Κατ’ επέκταση, δεν κατοχυρώνεται από τη θρησκευτική ελευθερία ή τα δυνάμει των εν λόγω Συνθηκών προστατευόμενα δικαιώματα της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης η πρόσβαση στην καθιερούμενη δικαιοδοσία του Μουφτή επί των προεκτεθεισών υποθέσεων όσων «μειονοτικών μουσουλμάνων» δεν κατοικούν στη Θράκη. Συνεπώς, νομίμως καθορίζεται η δικαιοδοσία και η κατά τόπον αρμοδιότητα του Μουφτή για την επίλυση των διαφορών που ο νόμος του αναθέτει κατ’ απόκλιση από το κοινό δίκαιο με βάση τη γενική και αντικειμενική προϋπόθεση του τόπου της μόνιμης κατοικίας των ενδιαφερομένων στην περιφέρεια της Μουφτείας, που συνδέεται με την ύπαρξη δεσμού τους με τη συλλογική ζωή της σχετικής θρησκευτικής κοινότητας-μειονότητας, η οποία από την αρχή προσδιορίσθηκε αποκλειστικά με βάση το γεωγραφικό κριτήριο, κατά την ουσιαστική, εύλογη, κρίση του νομοθέτη. 

8. Αβάσιμοι κρίθηκαν δε και οι ισχυρισμοί ότι με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 4 εδ. β’ του προσβαλλόμενου π.δ., με αντιφατικό τρόπο σε σχέση με τα οριζόμενα στις προηγούμενες διατάξεις του ίδιου άρθρου, αποκλείονται οι ανήλικοι από τη διαδικασία ενώπιον του Μουφτή, αφού θεσπίζεται υποχρέωση κλήσης του νομίμου εκπροσώπου τους, χωρίς να προβλέπεται η έννομη συνέπεια της μη εμφάνισης αυτού για τη συνέχιση της διαδικασίας, και περαιτέρω αποκλείονται οι ανήλικοι από την πρόσβαση στη δικαιοσύνη και προκαλείται ανασφάλεια δικαίου. Και τούτο, διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 4 του προσβαλλόμενου π.δ., στην οποία προβλέπεται ότι για την παράσταση ενώπιον του Μουφτή των ανηλίκων που έχουν συμπληρώσει το δέκατο έκτο έτος της ηλικίας τους για υποθέσεις σχετικά με την προσωπική τους κατάσταση απαιτείται να καλείται ο νόμιμος εκπρόσωπός τους, χωρίς να αποκλείονται οι ανήλικοι από τη δικαιοδοσία του Μουφτή για τις διαφορές αυτές, εισάγεται εύλογη ρύθμιση υπέρ αυτών, στο πλαίσιο μάλιστα διατάξεων για την προστασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων των ανηλίκων (βλ. ν. 2101/1992 «κύρωση της Διεθνούς Σύμβασης για τα δικαιώματα του παιδιού»), και ειδικότερα προκειμένου να διασφαλισθεί για αυτούς αποτελεσματικά τα δικαίωμα του ελεύθερου αυτοπροσδιορισμού μελών θρησκευτικής κοινότητας. Η περαιτέρω περίπτωση της μη εμφάνισης του νομίμου εκπροσώπου του ανηλίκου ενώπιον του Μουφτή δεν ρυθμίζεται (και άρα στην περίπτωση αυτή δεν προβλέπονται δυσμενείς έννομες συνέπειες), χωρίς να προκαλείται ανασφάλεια δικαίου. Επομένως, η ανωτέρω ρύθμιση είναι σαφής και με προβλέψιμη εφαρμογή και δεν θέτει επ’ αόριστον εν αμφιβόλω τη σχετική κατάσταση, όπως απαιτείται από την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Εξάλλου, η εκδίκαση υπόθεσης ενώπιον του Μουφτή εξαρτάται από τη βούληση των ενδιαφερομένων, σύμφωνα με τις ειδικότερες διατάξεις του προσβαλλόμενου π.δ. και άρα οι διατάξεις του δεν αποκλείουν την πρόσβαση στη δικαιοσύνη.

9. Περαιτέρω, ως αβάσιμος απορρίφθηκε ο ισχυρισμός ότι με τις διατάξεις των άρθρων 8 (παρ. 4, 5, 9 και 10) και 9 (παρ. 9) του προσβαλλόμενου π.δ., κατά παράβαση της αρχής ασφάλειας δικαίου, δίνεται η δυνατότητα σε κάθε ενδιαφερόμενο να επιτύχει να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα αίτηση επίλυσης συγκεκριμένης διαφοράς ενώπιον του Μουφτή, «χωρίς την πρόβλεψη αρνητικής ρήτρας εις βάρος του διαδίκου που την προκάλεσε» και χωρίς την πρόβλεψη της δυνατότητας να εκδοθεί από τον Μουφτή «απόφαση ερήμην» καθώς και χωρίς να υφίσταται δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς από τα πολιτικά δικαστήρια. Και τούτο, διότι, όπως κρίθηκε, οι διατάξεις αυτές, που προβλέπουν τον τρόπο εισαγωγής των δικογράφων ενώπιον του Μουφτή, το περιεχόμενό τους και σε ποιες περιπτώσεις αναβάλλονται οι δίκες ή οι αιτήσεις θεωρούνται ως μη ασκηθείσες, είναι σαφείς και με προβλέψιμη εφαρμογή και δεν θέτουν επ’ αόριστον εν αμφιβόλω τη σχετική κατάσταση, όπως απαιτείται από την αρχήν της ασφάλειας δικαίου, εξυπηρετούν δε, κατά την ουσιαστική επιλογή της κανονιστικώς δρώσας Διοίκησης, και τους σκοπούς της διατύπωσης και διαπίστωσης – στο πλαίσιο του δικαιώματος του ελεύθερου αυτοπροσδιορισμού μελών θρησκευτικής κοινότητας – της απολύτως ελεύθερης, μετά λόγου γνώσεως, επιλογής υπαγωγής των ενδιαφερομένων στο ειδικό καθεστώς της δικαιοδοσίας του Μουφτή σε κατάλληλα στάδια της διαδικασίας ενώπιόν του και με τη συνδρομή δικηγόρου, προκειμένου να διασφαλίζονται αποτελεσματικά τα δικαιώματά τους, και της ταχείας επίλυσής των συγκεκριμένων διαφορών οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου, με την τήρηση των εγγυήσεων της δίκαιης δίκης, σύμφωνα με τη δυνατότητα απόκλισης από το κοινό ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο, που παρέχεται από τον νόμο στους Έλληνες μουσουλμάνους πολίτες με μόνιμη κατοικία στην περιφέρεια του Μουφτή, την οποία άλλωστε δυνατότητα απόκλισης δεν παρέχει ο νόμος στους λοιπούς Έλληνες επί των διαφορών αυτών. Η υπαγωγή δε στο ειδικό αυτό καθεστώς δικαιοδοσίας είναι δυνατή κατόπιν της απολύτως ελεύθερης επιλογής των ενδιαφερομένων και άρα δεν μπορεί να είναι εξαναγκασμένη με την πρόβλεψη επιβολής κυρώσεων.

10. Απορρίφθηκαν, εξάλλου, ως αβάσιμοι και οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί ότι η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του προσβαλλόμενου π.δ., που καθιερώνει την υποχρέωση υποβολής των αιτήσεων και των κάθε είδους εγγράφων που κατατίθενται ενώπιον του Μουφτή στην ελληνική γλώσσα, σε αντίθεση με τα ισχύοντα μέχρι τη δημοσίευσή του, παραβιάζει τα μειονοτικά δικαιώματα που απορρέουν από τις διεθνείς συνθήκες καθώς και το δικαίωμα ακρόασης σε γλώσσα που δύνανται να κατανοήσουν τα μέρη. Και τούτο, διότι, όπως κρίθηκε, στα μέλη της μουσουλμανικής μειονότητας που δεν κατανοούν την επίσημη γλώσσα του Κράτους παρέχεται διασφάλιση των δικαιωμάτων τους μέσω των πληρεξούσιων δικηγόρων τους κατά την κατάθεση αιτήσεων και κάθε είδους εγγράφων ενώπιον του Μουφτή και παρέχονται διευκολύνσεις σε αυτά για την χρήση της γλώσσας τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Μουφτή. Άλλωστε, μέχρι τη δημοσίευση του προσβαλλόμενου π.δ. δεν υφίσταντο δικονομικοί κανόνες, βάσει των οποίων διεξήγετο η διαδικασία ενώπιον του Μουφτή. Συναφώς δε, ως αβάσιμος απορρίφθηκε και ο ισχυρισμός ότι κατά παράβαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των μελών της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης επιβάλλεται από το προσβαλλόμενο π.δ. να εκδίδονται οι αποφάσεις του Μουφτή σε μη κατανοητή από αυτά γλώσσα, δηλαδή στα ελληνικά και στα οθωμανικά. Και τούτο, διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, πέραν των δύο προαναφερθεισών γλωσσών, στις οποίες διατυπώνονται οι αποφάσεις του Μουφτή, παρέχεται η δυνατότητα στους ενδιαφερομένους να ζητήσουν να μεταφραστούν οι αποφάσεις του στην αραβική, τουρκική ή αγγλική γλώσσα από τη Μουφτεία, δεν προβάλλεται δε πλημμέλεια κατά της δυνατότητας αυτής.

11. Το Δικαστήριο απέρριψε δε ως αβάσιμο και τον ισχυρισμό ότι η μη πρόβλεψη στο προσβαλλόμενο π.δ. του ενδίκου μέσου της έφεσης κατά των αποφάσεων του Μουφτή για τον επανέλεγχο της υπόθεσης κατ’ ουσίαν παραβιάζει το δικαίωμα των μελών της μουσουλμανικής μειονότητας σε δίκαιη δίκη και την αρχή της ισότητας μεταξύ των Ελλήνων, αφού δεν υφίσταται αιτιολογία για τη μη πρόβλεψη αυτή. Και τούτο, διότι, όπως έκρινε, από τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., και υπό την εκδοχή ότι αυτές εφαρμόζονται κατά την άσκηση δικαιοδοσίας από τους Μουφτήδες, οι οποίοι δεν εντάσσονται στη δικαστική λειτουργία του Κράτους και δεν αποτελούν δικαστικούς λειτουργούς, δεν συνάγεται υποχρέωση του νομοθέτη να θεσπίσει, στο πλαίσιο του ειδικού καθεστώτος δικαιοδοσίας του Μουφτή, ένδικο μέσο έφεσης κατά των αποφάσεών του. Λαμβανομένης δε υπόψη της ιδιαιτερότητας του κατ’ εξαίρεση από το κοινό δίκαιο καθεστώτος δικαιοδοσίας του Μουφτή, η μη πρόβλεψη της δυνατότητας άσκησης έφεσης κατά των αποφάσεών του δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας έναντι των Ελλήνων που δεν ανήκουν στη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης και οι οποίοι υπάγονται στο κοινό δίκαιο για τις συγκεκριμένες κατηγορίες διαφορών οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου (χωρίς πρόβλεψη εξαίρεσης).

12. Απορρίφθηκαν ακόμα ως αβάσιμοι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί ότι με τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 2 του προσβαλλόμενου π.δ. περί των αρμοδιοτήτων της Διεύθυνσης Υποθέσεων Δικαιοδοσίας Υποθέσεων Μουφτή το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων καθορίζει την άσκηση της δικαιοδοσίας του Μουφτή μέσω της εν λόγω Διεύθυνσης που αυτό ελέγχει. Και τούτο, διότι, όπως κρίθηκε, με τις σχετικές με τις ανωτέρω Διευθύνσεις και το προσωπικό τους διατάξεις του προσβαλλόμενου π.δ. δεν αφαιρείται από τον Μουφτή η αρμοδιότητα δικαιοδοσίας επί των κατηγοριών υποθέσεων που δύνανται, με συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να υπαχθούν στη δικαιοδοσία του αλλά συνιστάται και οργανώνεται η εν λόγω υπηρεσιακή μονάδα για τη (διοικητικής και γραμματειακής κυρίως φύσης) υποστήριξη του έργου του, η οποία εντάσσεται στην αυτοτελή αποκεντρωμένη υπηρεσία της Μουφτείας. Εξάλλου, η κατόπιν προκήρυξης πλήρωση των ειδικών θέσεων που συνιστώνται με το προσβαλλόμενο π.δ. διενεργείται βάσει των οριζόμενων αντικειμενικών προσόντων, κατόπιν εισήγησης ειδικής τριμελούς επιτροπής, δύο εκ των μελών της οποίας είναι ο οικείος Μουφτής, ως Πρόεδρος και μέλος του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 100Α του Συντάγματος, αποτελεί συνταγματικώς κατοχυρωμένο σώμα της Διοίκησης με ιδιαίτερο θεσμικό ρόλο και αρμοδιότητες.

13. Τέλος, απορρίφθηκε και ο ισχυρισμός ότι κατά παράβαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, όπως εξειδικεύεται από την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, το προσβαλλόμενο π.δ. δεν περιλαμβάνει μεταβατικές διατάξεις για τις εκκρεμείς υποθέσεις ενώπιον του Μουφτή, που είχαν υπαχθεί σ’ αυτόν σύμφωνα με το προϊσχύσαν δίκαιο, διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, οι επίδικες ρυθμίσεις – γενικές, απρόσωπες και αντικειμενικές – είναι σαφείς και με προβλέψιμη εφαρμογή, όπως απαιτείται από την αρχή της ασφάλειας δικαίου, ορθώς δε είναι αμέσως εφαρμοστέες, όχι μόνο λόγω του δικονομικού χαρακτήρα τους, αλλά και διότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα υπήρχε παραβίαση του ισχύοντος και αμέσως εφαρμοζόμενου δικαιώματος του ελεύθερου αυτοπροσδιορισμού, που είναι.

Πηγή: http://www.adjustice.gr/webcenter/portal/ste/pageste/epikairotita/apofaseis?

ΣτΕ Β΄ Τμ. 1348/2020

Φορολογία – Αρχές επιβολής κυρώσεων – Παραγραφή – Επιμήκυνση παραγραφής λόγω ύπαρξης συμπληρωματικών στοιχείων – Δεν συνιστούν τέτοια στοιχεία τα συμβόλαια μεταβίβασης ακινήτου ή τα συμπεράσματα του φορολογικού ελέγχου

(Α) Στοιχεία που αφορούν στην εκ μέρους του ελεγχόμενου φορολογούμενου αγορά ή πώληση ακινήτων στην ημεδαπή δεν αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία», κατά το άρθρο 84 παρ. 4 περιπτ. β, σε συνδυασμό με το άρθρο 68 παρ. 2 περιπτ. α του ΚΦΕ, δεδομένου ότι τα στοιχεία αυτά (πρέπει να) τίθενται υπόψη της φορολογικής Διοίκησης τόσο πριν όσο και αμέσως μετά από τη σύνταξη του οικείου συμβολαίου μεταβίβασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7, 13 και 14 του ν. 1587/1950, όπως αυτές ίσχυαν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (τα εν λόγω άρθρα του ν. 1587/1950 ορίζουν, αντίστοιχα, ότι, πριν από τη μεταβίβαση ακινήτου, οι συμβαλλόμενοι υποχρεούνται να υποβάλουν κοινή δήλωση φόρου μεταβίβασης στη Φορολογική Διοίκηση, ότι ο υποθηκοφύλακας υποχρεούται να αρνηθεί την μεταγραφή του συμβολαίου, εάν δεν προσάγεται σε αυτόν αντίγραφο της δήλωσης φόρου μεταβίβασης, δεόντως θεωρημένο από τον Οικονομικό Έφορο και ότι ο συμβολαιογράφος υποχρεούται να αποστείλει στον αρμόδιο Οικονομικό Έφορο αντίγραφο των συμβολαίων μεταβίβασης που συνήφθησαν τον προηγούμενο μήνα). Εξάλλου, το ότι η κοινή δήλωση φόρου μεταβίβασης και αντίγραφο του συμβολαίου μεταβίβασης υποβάλλονται σε Δ.Ο.Υ. (της περιφέρειας του ακινήτου) διαφορετική από τη Δ.Ο.Υ. στην οποία υπάγεται ο φορολογούμενος (ως εκ του τόπου κατοικίας του) ή από την υπηρεσία της φορολογικής Διοίκησης η οποία διενεργεί τον έλεγχο και εκδίδει την επίδικη πράξη καταλογισμού φόρου εισοδήματος, καθώς και συναφών κυρώσεων, δεν αποτελεί παράμετρο ικανή να δικαιολογήσει (ενόψει και της αρχής της αναλογικότητας) αντίθετο συμπέρασμα, διότι, πάντως, τα σχετικά στοιχεία περιέρχονται σε γνώση της φορολογικής αρχής, η οποία έχει τη δυνατότητα (αλλά και την υποχρέωση, ως επιμελώς δρώσα Διοίκηση) να τα λάβει επίκαιρα υπόψη, αξιοποιώντας κατάλληλα και τη σύγχρονη τεχνολογία, για την αποτελεσματική εκπλήρωση του (ελεγκτικού) έργου της, όχι μόνο σε σχέση με το φόρο μεταβίβασης ακινήτων, αλλά και για τις ανάγκες της φορολογίας εισοδήματος, ενόψει, άλλωστε, και των διατάξεων των άρθρων 17, 19 και 28 του ΚΦΕ.     
(Β) Οι διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα του φορολογικού ελέγχου δεν συνιστούν «συμπληρωματικά στοιχεία», σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 4 περιπτ. β, σε συνδυασμό με το άρθρο 68 παρ. 2 περιπτ. α του ΚΦΕ, τούτο, δε, προέκυπτε με σαφήνεια από την υπάρχουσα κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. ΣτΕ 658/2020, δεδομένου ότι (α) με τις αποφάσεις 2934-2935/2017 του Δικαστηρίου κρίθηκε ότι «συμπληρωματικά στοιχεία», κατά την έννοια της διάταξης της περιπτ. β της παραγράφου 4 του άρθρου 84 του ΚΦΕ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 περιπτ. α του Κ.Φ.Ε., είναι στοιχεία αποδεικτικά της ύπαρξης μη δηλωθέντος φορολογητέου εισοδήματος, τα οποία δικαιολογημένα δεν είχε υπόψη της η φορολογική αρχή κατά την οριζόμενη στο άρθρο 84 παρ. 1 του ΚΦΕ πενταετία και, περαιτέρω, (β) με τις αποφάσεις 172/2018 και 173/2018 του Δικαστηρίου κρίθηκε, ειδικότερα, ότι δεν αποτελεί «συμπληρωματικό στοιχείο», κατά την παραπάνω έννοια, έκθεση ελέγχου του ΣΔΟΕ, στην οποία εμφανίζονταν οι πρωτογενείς καταθέσεις του αναιρεσείοντος σε ημεδαπές τράπεζες και με την οποία έγινε επεξεργασία των στοιχείων αυτών με αντιπαραβολικό έλεγχό τους με τα βιβλία και στοιχεία καθώς και με τις δηλώσεις φόρου εισοδήματος του αναιρεσείοντος.

Πηγή: www.humanrightscaselaw.gr

ΔΠΑ 3492/2020 15ο Τμήμα

Παραδεκτή άσκηση δεύτερης προσφυγής, κατόπιν απόρριψης της αρχικώς ασκηθείσας, για τον τυπικό λόγο της έλλειψης νομιμοποίησης του υπογράφοντος το δικόγραφο αυτής δικηγόρου, συντρεχουσών και των λοιπών προϋποθέσεων της παρ.1 του άρθρου 70 του ΚΔΔ. η απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών-Πειραιώς (ήδη Περιφέρειας Αττικής), με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος του προσφεύγοντος η διοικητική κύρωση της αφαίρεσης της άδειας κυκλοφορίας και των κρατικών πινακίδων επιβατηγού δημοσίας χρήσης (Ε.Δ.Χ.) αυτοκινήτου (ταξί) ιδιοκτησίας του, για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών λόγω άρνησης μίσθωσης μη μισθωμένου Ε.Δ.Χ. αυτοκινήτου, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 17 περ. γ’ του ν.3109/2003. Για την ίδια παράβαση είχε επιβληθεί σε βάρος του προσφεύγοντος και πρόστιμο ύψους 300 ευρώ, δυνάμει της διάταξης της παρ.2 του άρθρου 15 του ν.3109/2003. Μεταξύ του χρόνου διάπραξης της ένδικης παράβασης (8.2.2006) και του χρόνου συζήτησης της κρινόμενης προσφυγής (6.12.2019) μεσολάβησαν περισσότερα νομοθετικά καθεστώτα, το ευμενέστερο εκ των οποίων (και μεταγενέστερο της διάπραξης της παράβασης) είναι εκείνο του ν.3710/2008. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ.5 και 6 του νόμου αυτού, ο νομοθέτης εξακολουθεί να τιμωρεί μεν την άρνηση της μίσθωσης μη μισθωμένου Ε.Δ.Χ. ταξί, όμως, προέβλεψε ως κύρωση μόνο την επιβολή προστίμου, ενώ κατήργησε πλήρως την ποινή της αφαίρεσης των στοιχείων κυκλοφορίας του οχήματος δημοσίας χρήσης, σε αντίθεση τόσο με το νομοθετικό καθεστώς του ν.4070/2012 (άρθρα 98 παρ.1 περ.δ’ και 100 περ.γ’), που προέβλεπε για την ίδια παράβαση, εκτός από την επιβολή προστίμου 300 ευρώ, την ανάκληση της άδειας κυκλοφορίας του Ε.Δ.Χ οχήματος και αφαίρεση των κρατικών του πινακίδων από έναν (1) έως έξι (6) μήνες, όσο και με το νομοθετικό καθεστώς του ν.4530/2018 (βλ.άρθρα 1 περ.δ’ και 8 του νόμου αυτού σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ.1 και άρθρο 3 παρ.1 περ.γ΄ της Υ.Α. οικ.Α35509/1736/26.6.2018), που κατατάσσει την παράβαση της άρνησης μίσθωσης στις παραβάσεις χαμηλής αξιολόγησης και προβλέπει ως κύρωση, εκτός από την επιβολή προστίμου 300 ευρώ, την ποινή της επίπληξης του παραβάτη. 

Συνεπώς, εν όψει της κατάργησης της κύρωσης της περ. γ’ του άρθρου 17 του ν.3109/2003 – κατ’ εφαρμογή της οποίας και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση – από το ν.3710/2008, ο οποίος, ως επιεικέστερος, έχει αναδρομική ισχύ και καταλαμβάνει και την υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εν λόγω απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών είναι νομικώς πλημμελής και πρέπει να ακυρωθεί. Δεκτή η προσφυγή.

Πηγή: http://www.adjustice.gr/

ΔΠΑ 4619/2020, 5ο Τμήμα

Αστική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου σε περίπτωση παράλειψης νομοθέτησης αντίθετης στο Σύνταγμα.

Πηγή: www.adjustice.gr 

Αγωγή αποζημίωσης κατά του Ελληνικού Δημοσίου προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που υπέστη ο ενάγων εξαιτίας της – κατά τους ισχυρισμούς του – έλλειψης, στο υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο, πρόβλεψης που να διασφαλίζει τη δυνατότητα των διοικούντων νομικά πρόσωπα να αμφισβητήσουν λυσιτελώς, είτε ενώπιον της Διοίκησης είτε ενώπιον Δικαστηρίου, τη νομιμότητα της επιβολής των βεβαιούμενων, σε βάρος των τελευταίων προσώπων, χρεών, πριν από την επαπειλούμενη άσκηση, σε βάρος τους (υπό την ως άνω ιδιότητά τους), ποινικής δίωξης και την ενδεχόμενη καταδίκη τους για το κατ’ άρθρο 25 του ν. 1882/1990 (Α΄ 43) ποινικό αδίκημα της μη καταβολής βεβαιωμένων οφειλών προς το Ελληνικό Δημόσιο. Η έλλειψη, δε, αυτή, η οποία συνιστά – κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς – παραβίαση των κατοχυρωμένων από υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις δικαιωμάτων των ανωτέρω φυσικών προσώπων σε προηγούμενη ακρόαση και σε δικαστική προστασία, εξανάγκασε, εν προκειμένω, τον ενάγοντα, να εξοφλήσει, με δικά του χρήματα, φορολογικής φύσης οφειλές που παρανόμως είχαν επιβληθεί, μετά τη δική του αποχώρηση, σε βάρος της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρείας, ζημιούμενος, έτσι, με το αντίστοιχο χρηματικό ποσό.

Σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 1882/1990, ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου Α.Ε. ευθύνεται, και μετά την αποχώρησή του, ως αυτουργός του αδικήματος της μη καταβολής βεβαιωμένων, φορολογικών – εν προκειμένω – χρεών της εταιρείας προς το Δημόσιο (αναγόμενων σε χρόνο που κατείχε την ως άνω ιδιότητα). Ενόσω το νομικό πλαίσιο της ανωτέρω ποινικής ευθύνης του εν λόγω φυσικού προσώπου, συνολικώς ιδωμένο, του εξασφαλίζει επαρκή και αποτελεσματική δικαστική προστασία, συμβατή με το άρθρο 20 του Συντάγματος και με το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., μόνη η επαπειλούμενη άσκηση, σε βάρος του προσώπου αυτού, ποινικής δίωξης και η επικείμενη εμπλοκή του σε ποινική δίκη δεν παρίσταται ικανή να το εξαναγκάσει να καταβάλει, με δικά του χρήματα, τα χρέη της καταλογισθείσας ανώνυμης εταιρείας και να υποστεί, έτσι, βλάβη στην προσωπική του περιουσία. Άλλωστε, η κάποιου βαθμού πίεση που κατά τα κοινώς γνωστά ασκεί το ενδεχόμενο ποινικής δίωξης σε ένα πρόσωπο και η εξ αυτής επιλογή του να ανταποκριθεί σε οικονομικής φύσης υποχρεώσεις προς αποφυγή της δεν μπορεί να θεωρηθεί, καθ’ εαυτή, αντίθετη στο κατοχυρωμένο από τις ως άνω, υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις δικαίωμά του σε δικαστική προστασία. Ενόψει των ανωτέρω, δεν υφίστατο νομοθετικό κενό ως προς τη δικαστική προστασία του προσώπου αυτού, έτσι ώστε να γεννάται, κατ’ άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., αστική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου λόγω παράλειψης νομοθέτησης.