ΣΤΕ 1838/2020_Πολλαπλό τέλος λαθρεμπορίας – Πρόστιμο περί φορολογίας καπνού – Αρχή ne bis in idem

ΤΜΗΜΑ Β΄

3. Επειδή, στο άρθρο 67 παρ. 5 του ν. 2127/1993 “Εναρμόνιση προς το κοινοτικό δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των… βιομηχανοποιημένων καπνών…” (Α΄ 48), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την έναρξη ισχύος του εν προκειμένω εφαρμοστέου Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα (ν. 2960/2001, Α΄ 265) με το άρθρο 184 παρ. 1 αυτού, ορίζεται ότι “1. Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή … της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων… χαρακτηρίζοται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 89 και επόμενα του ν. 1165/1918 περί τελωνειακού κώδικα και επισύρουν το υπό αυτών προβλεπόμενο πολλαπλούν τέλος…”. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 (παρ. 5), 142 (παρ. 2), 150 (παρ. 1 και 5) και 155 (παρ. 1 και 2) του ν. 2960/2001 συνάγεται ότι η αντικειμενική υπόσταση της τελωνειακής παραβάσεως της λαθρεμπορίας στοιχειοθετείται, όταν, κατά την εισαγωγή ειδών από την αλλοδαπή ή την εξαγωγή τους από την χώρα ή την κατ’άλλον τρόπο θέση στην κατανάλωση ειδών βαρυνομένων με δασμούς, τέλη και λοιπά δικαιώματα, το Δημόσιο απολέσει, συνεπεία διαφυγής της καταβολής τους, τους κατά νόμο οφειλομένους δασμούς, τέλη και φόρους που του ανήκουν. Περαιτέρω, συνάγεται ότι για την επιβολή της προβλεπομένης κυρώσεως, ήτοι του πολλαπλού τέλους, απαιτείται η τέλεση με δόλο των πράξεων ή παραλείψεων που συνιστούν την τελωνειακή παράβαση, ήτοι απαιτείται η γνώση του παραβάτη ή του συμμετέχοντος στην παράβαση ότι με τις εν λόγω ενέργειες ή παραλείψεις το Δημόσιο θα αποστερηθεί από τους ανήκοντες σε αυτό δασμούς και λοιπές δημοσιονομικές επιβαρύνσεις, ότι η τέλεση της παραβάσεως πρέπει να διαπιστώνεται αιτιολογημένως από την επιβάλλουσα το πολλαπλό τέλος τελωνειακή αρχή και, επί αμφισβητήσεως, από τα διοικητικά δικαστήρια (ΣτΕ 3174/2017) και ότι η καταλογιστική πράξη είναι ανεξάρτητη από την παράλληλη κατά νόμο άσκηση ποινικής διώξεως καθώς και την εκδοθησομένη ποινική απόφαση. Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 87 παρ. 1 και 89 του Κώδικα περί φορολογίας καπνού (β.δ. 13/16-4-1920, Α΄ 86), η κατοχή και πώληση σιγαρέττων, χωρίς την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων, συνιστά παράβαση τιμωρουμένη με πρόστιμο, το οποίο, εφ’ όσον συνδυάζεται με τελωνειακή παράβαση, επιβάλλεται από τον διευθυντή του αρμοδίου Τελωνείου, για την επιβολή δε της ως άνω κυρώσεως απαιτείται, ομοίως, η με δόλο τέλεση των πράξεων, οι οποίες συνιστούν την παράβαση της νομοθεσίας περί φορολογίας καπνού (ΣτΕ 3174-5/2017, 453/2016, 1406/2015, 200/2013 επταμ., 3776/1990).

4. Επειδή, εξ άλλου, κατά τα παγίως κριθέντα (βλ. κατωτέρω παρατιθεμένη νομολογία), προκειμένου να ενεργοποιηθεί η προβλεπομένη στο άρθρο 4 παρ. 1 του (κυρωθέντος με τον ν. 1705/1987, Α΄ 89) 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (ΠΠ) της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) αρχή ne bis in idem, απαιτείται (α) να υπάρχουν περισσότερες της μίας διακεκριμένες διαδικασίες επιβολής κυρώσεως, οι οποίες δεν συνδέονται στενώς μεταξύ τους, κατ’ ουσίαν και κατά χρόνον, (β) οι διαδικασίες αυτές να είναι “ποινικές” κατά την αυτόνομη έννοια της ΕΣΔΑ, ήτοι βάσει των κριτηρίων Engel, κατ’ εφαρμογή των οποίων μπορούν να θεωρηθούν ως “ποινικές” και κυρώσεις που επιβάλλονται από διοικητικά όργανα, ενόψει της φύσεως των σχετικών παραβάσεων ή/και του είδους και της βαρύτητας των προβλεπόμενων για αυτές διοικητικών κυρώσεων, (γ) η μία από τις εν λόγω διαδικασίες να έχει περατωθεί με αμετάκλητη απόφαση (είτε καταδικαστική είτε αθωωτική, υπό τον όρο ότι η αθώωση στηρίζεται σε επαρκή έρευνα και εκτίμηση σχετικά με την ουσία της υποθέσεως, δηλαδή την τέλεση ή μη της παραβάσεως (ΣτΕ 359/2020 Ολομ., 801/2020, 1102-1104/2018 επταμ., 167/2017 και ΕΔΔΑ ευρ. συνθ. αποφ. της 8.7.2019, 54012/10, Mihalache v. Romania, σκ. 97-98) και (δ) οι διαδικασίες να στρέφονται κατά του ιδίου προσώπου και να αφορούν στην ίδια κατ’ ουσίαν παραβατική συμπεριφορά, ήτοι στο αυτό σύνολο συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, τα οποία συνδέονται αναπόσπαστα μεταξύ τους, χρονικά και τοπικά, και η συνδρομή των οποίων είναι απαραίτητη για την επιβολή της κυρώσεως. Συνακολούθως, η ως άνω αρχή αντιτίθεται, κατ’ αρχήν, στην εκκίνηση και εξακολούθηση διοικητικής, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασίας και δίκης περί της επιβολής διοικητικής χρηματικής κυρώσεως για φορολογική ή τελωνειακή παράβαση, όταν για την ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση έχει ήδη περατωθεί αμετάκλητα η αντίστοιχη ποινική, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασία [ΣτΕ 801/2020, 1887, 951/2018 επταμ., 2987, 680, 167-169/2017 επταμ., 1992/2016 επταμ.- βλ. και αποφ. ΕΔΔΑ Ruotsalainen κατά Φινλανδίας της 16.6.2009 (13079/03), Καπετάνιος και άλλοι κατά Ελλάδος της 30.4.2015 (3453/12, 42941/12 και 9028/13), Σισμανίδης κατά Ελλάδος της 9.6.2016 (66602/09) και Α and Β κατά Νορβηγίας της 15.11.2016 (24130/11 29758/11)].

5. Επειδή, περαιτέρω, όπως ομοίως έχει κριθεί (βλ. ΣτΕ 359/2020 Ολομ. και 801/2020 με περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία), η ανωτέρω αρχή ne bis in idem αποτελεί, επίσης, γενική αρχή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Η αρχή αυτή έχει ενσωματωθεί στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ενώσεως (2000/C 364/01), βρίσκει πεδίο εφαρμογής σε υπόθεση όπως η παρούσα, δεδομένου ότι τα κράτη μέλη της Ενώσεως δεσμεύονται από τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου κατά την θέσπιση και επιβολή κυρώσεων για παραβάσεις της ενωσιακής τελωνειακής/φορολογικής νομοθεσίας και έχει ανάλογο κανονιστικό περιεχόμενο με εκείνο του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ. Επομένως, σε υπόθεση επιβολής -προς αποτροπή και καταστολή παραβάσεων της φορολογικής/τελωνειακής νομοθεσίας- “ποινικής” φύσεως διοικητικών προστίμων σημαντικού ύψους, όπως το ένδικο πολλαπλό τέλος λαθρεμπορίας, δεν δικαιολογείται η εξακολούθηση της σχετικής διοικητικής δίκης μετά την έκδοση αμετάκλητης αθωωτικής αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου, που διαπιστώνει ότι δεν στοιχειοθετείται η επίμαχη φορολογική παράβαση, είτε αμετάκλητης καταδικαστικής αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου, με την οποία επιβλήθηκε ποινή δυναμένη να καταστείλει την διαπραχθείσα παράβαση κατά τρόπο αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό.

6. Επειδή, εν προκειμένω, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατόπιν υιοθετήσεως, κατ’ ουσίαν, της παρατεθείσης στις σκέψεις 4 και 5 ερμηνείας των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ και 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ενώσεως, κρίθηκε ότι, όταν το διοικητικό δικαστήριο, επιλαμβανόμενο υποθέσεως λαθρεμπορίας, διαπιστώσει ότι η αντίστοιχη διαδικασία ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου (επί ταυτότητας αδικημάτων, ήτοι επί ταυτοσήμων ή ουσιωδώς ομοίων πραγματικών περιστατικών, στα οποία εμπλέκεται ο ίδιος δράστης και τα οποία έχουν ενότητα τόπου και χρόνου, ανεξαρτήτως του νομικού τους χαρακτηρισμού) έχει ολοκληρωθεί με αμετάκλητη απόφαση, καταδικαστική ή αθωωτική, υποχρεούται όχι να δεσμευθεί εν μέρει από αυτή ούτε να την συνεκτιμήσει αλλά, εκ τούτου και μόνον, να ακυρώσει το επιβληθέν από την τελωνειακή αρχή πολλαπλό τέλος. Βάσει των ανωτέρω, έκρινε, περαιτέρω, το δικάσαν διοικητικό εφετείο ότι με την περιγραφείσα στην σκέψη 1 ένδικη πράξη της τελωνειακής αρχής αποδόθηκε στον αναιρεσίβλητο η παράβαση ότι ως οδηγός φορτηγού οχήματος με επικαθήμενο όχημα μεταχειρίσθηκε, σε συνεργασία με τον ιδιοκτήτη του οχήματος Α.Μ., τέχνασμα, με σκοπό να μεταφέρουν στην αλλοδαπή, με πλοίο με προορισμό την Ιταλία, χωρίς την προηγουμένη καταβολή των αναλογουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, 7.824 κούτες σιγαρέτων, τα οποία είχαν προμηθευθεί από αγνώστους χωρίς παραστατικά νόμιμης κατοχής και τα οποία είχαν κρύψει σε ειδικά διαμορφωμένη κρύπτη εντός του επικαθημένου οχήματος. Οπως ρητώς αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ο ήδη αναιρεσίβλητος προέβαλε “με την προσφυγή” ότι η ως άνω πράξη είναι ακυρωτέα ως αντικειμένη, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ, “καθ’ όσον κρίθηκε συνυπαίτιος τελέσεως λαθρεμπορίας… παρά την αθώωσή του για το αυτό αδίκημα” με την 174/15-1-2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, “η οποία κατέστη αμετάκλητη, αφού σύμφωνα με την 2377/17-12-2015 βεβαίωση του γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Πατρών δεν ασκήθηκε εναντίον της, μέχρι τις 16-12-2015, κανένα ένδικο μέσο”, ο δε αναιρεσίβλητος “προσκόμισε προσηκόντως [και] την ως άνω ποινική απόφαση και [την οικεία] βεβαίωση”. Σχετικώς έκρινε το δικαστήριο της ουσίας ότι τα ένδικα ποσά (πολλαπλό τέλος λαθρεμπορίας και η κατ’ άρθρο 87 παρ. 1 περ. ε΄ του Κώδικα Νόμων περί φορολογίας καπνού χρηματική κύρωση) επιβλήθηκαν λόγω συμμετοχής του αναιρεσιβλήτου στην κατοχή χωρίς νόμιμα παραστατικά και μεταφορά στο εξωτερικό σιγαρέττων χωρίς την προηγουμένη καταβολή των αναλογουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, ότι η προαναφερθείσα αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου αφορά στην αυτή παράβαση, συγκροτουμένη από τα αυτά πραγματικά περιστατικά, ότι, συνεπώς, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem και, συνακολούθως, το δικαστήριο, μετά την ως άνω αμετάκλητη αθώωση του αναιρεσιβλήτου, οφείλει να ακυρώσει την ένδικη πράξη της τελωνειακής αρχής ως προς αμφότερα τα ως άνω ποσά.

7. Επειδή, με την κρινομένη αίτηση προβάλλεται ότι κατά παράβαση των άρθρων 5, 68 και 79 παρ. 5 του κυρωθέντος με τον ν. 2717/1999 (Α΄ 97) Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας έκρινε το δικαστήριο της ουσίας παραδεκτό τον προβληθέντα με υπόμνημα (με το οποίο κατά νόμο μόνον ανάπτυξη λόγων ήδη προβληθέντων δύναται να γίνει), και όχι με το κύριο δικόγραφο της προσφυγής, ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου περί παραβιάσεως της αρχής ne bis in idem. Ούτε, όμως, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση περιέχει οιαδήποτε ερμηνεία των ως άνω διατάξεων ούτε ο υπό κρίση λόγος ανάγεται σε οιοδήποτε νομικό ζήτημα περί την ερμηνεία κανόνα δικαίου αλλά αφορά, κατ’ ουσίαν, σε εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου των υποβληθέντων ενώπιον του δικάσαντος διοικητικού εφετείου δικογράφων. Επομένως, δεν μπορεί, κατά τούτο, να τεθεί ζήτημα αντιθέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως σε νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ούτε, επικουρικώς, ζήτημα ελλείψεως σχετικής νομολογίας, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το Δημόσιο προς θεμελίωση του παραδεκτού.

8. Επειδή, εξ άλλου, το Δημόσιο είχε προβάλει με το έγγραφο των απόψεών του προς το δικάσαν διοικητικό εφετείο ότι η αθώωση του αναιρεσιβλήτου είχε χωρήσει “λόγω αμφιβολιών”, συναφώς δε ήδη προβάλλει κατ’αναίρεση ότι “αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, η οποία δεν στηρίζεται σε επαρκή έρευνα και εκτίμηση σχετικά με την ουσία της υποθέσεως, ήτοι με την τέλεση ή μη της παραβάσεως, λόγω ελλείψεως επαρκών στοιχείων που να δημιουργούν πλήρη βεβαιότητα στον ποινικό δικαστή, αλλά χωρεί λόγω αμφιβολιών” δεν αποτελεί άνευ ετέρου λόγο ακυρώσεως της διοικητικής πράξεως δυνάμει της αρχής ne bis in idem αλλά το διοικητικό δικαστήριο οφείλει μόνον να συνεκτιμήσει την ως άνω αθώωση, κατά τρόπο μη αποκλείοντα αιτιολογημένη διαφορετική κρίση, όπως ισχύει σε σχέση με το κατ’ άρθρο 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ τεκμήριο αθωότητας, υπό το πρίσμα του οποίου είναι, κατά το αναιρεσείον, ερμηνευτέο το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ. Συνακολούθως, προβάλλεται ότι, εφ’ όσον η αθώωση του αναιρεσιβλήτου με την προαναφερθείσα απόφαση του ποινικού δικαστηρίου εχώρησε εν προκειμένω λόγω αμφιβολιών, ήτοι “όχι αδιαστίκτως” και, μάλιστα, με διατύπωση μειοψηφίας, όφειλε το εν συνεχεία επιληφθέν διοικητικό δικαστήριο όχι να δεσμευθεί από την ως άνω ποινική απόφαση αλλά απλώς να συνεκτιμήσει αυτήν. Προς θεμελίωση του παραδεκτού προβάλλεται αντίθεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προς τις 434 και 167/2017 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Στην πρώτη, όμως, από τις ανωτέρω αποφάσεις ουδεμία ερμηνευτική κρίση ως προς την εν προκειμένω εφαρμοσθείσα αρχή ne bis in idem περιλαμβάνεται αλλά ερμηνεύεται μόνον το κατ’ άρθρο άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ τεκμήριο αθωότητας, υπό την έννοια ότι “δεν υποχρεώνει το διοικητικό δικαστήριο να ακολουθήσει τις ουσιαστικές εκτιμήσεις του ποινικού”. Εξ άλλου, με την 167/2017 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε, στο πλαίσιο ερμηνείας της αρχής ne bis in idem, ότι “η αμετάκλητη απόφαση που ολοκληρώνει την μία ποινική διαδικασία πρέπει να στηρίζεται σε επαρκή έρευνα και εκτίμηση σχετικά με την ουσία της υποθέσεως, δηλαδή την τέλεση ή μη της παραβάσεως” και ότι, συνεπώς, δεν αποτελεί τέτοια “απόφαση” αμετάκλητο βούλευμα δικαστικού συμβουλίου περί οριστικής παύσεως της ποινικής διώξεως λόγω παραγραφής του οικείου αδικήματος. Επομένως, με την τελευταία αυτή απόφαση δεν κρίθηκε εάν απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική λόγω αμφιβολιών και στην οποία περιελήφθη σχετική μειοψηφία, πληροί τις προϋποθέσεις για την στοιχειοθέτηση της αρχής ne bis in idem, με συνέπεια να μην υφίσταται ,ούτε από αυτή την άποψη, αντίθεση προς την ως άνω νομολογία, την οποία επικαλείται το αναιρεσείον, τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι δικαστική κρίση εξενεχθείσα λόγω αμφιβολιών και με διατύπωση μειοψηφίας στηρίζεται, πάντως, σε επαρκή έρευνα και εκτίμηση σχετικά με την ουσία της υποθέσεως, ήτοι με την τέλεση ή μη της παραβάσεως, όπως απαιτείται, προκειμένου να τεθεί ζήτημα παραβιάσεως της ανωτέρω αρχής. Ως εκ τούτου, ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, εν πάση δε περιπτώσει και ως αβάσιμος.

9. Επειδή, με την 680/2017 (επταμ.) απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. σκέψεις 16 και 17 αυτής αλλά, ήδη, και ΣτΕ 359/2020 Ολομ., 801/2020), στην οποία περιέχεται, άλλωστε, η όμοια κρίση του ΕΔΔΑ (επί της υποθέσεως Α και Β κατά Νορβηγίας, αποφ. της 15-11-2016), κρίθηκε ότι, προκειμένου να ενεργοποιηθεί η αρχή ne bis in idem, απαιτείται, μεταξύ άλλων, οι δύο ως άνω διαδικασίες να στρέφονται κατά του ιδίου προσώπου και να αφορούν στην ίδια κατ’ ουσίαν παραβατική συμπεριφορά, ήτοι στο αυτό σύνολο συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, τα οποία συνδέονται αναπόσπαστα μεταξύ τους χρονικά και τοπικά, ότι δεν απαγορεύεται, συνεπώς, η διπλή, ποινική και διοικητική (κατά το εθνικό δίκαιο), διαδικασία επιβολής κυρώσεων για φορολογικές παραβάσεις, εάν οι δύο διαδικασίες συνδέονται αρκούντως στενά μεταξύ τους, τόσο κατ’ ουσίαν όσο και κατά χρόνον, ώστε να αποτελούν ένα συνεκτικό σύνολο, και ότι τα κριτήρια που λαμβάνονται υπ’ όψιν για να εξετασθεί ο κατ’ ουσίαν σύνδεσμος μεταξύ των δύο διαδικασιών είναι, ιδίως, (i) εάν οι διαδικασίες επιδιώκουν συμπληρωματικούς σκοπούς και, επομένως, αφορούν όχι μόνο in abstracto αλλά και in concreto διαφορετικές όψεις/πτυχές της σχετικής παραβατικής συμπεριφοράς, (ii) εάν η διπλή διαδικασία είναι προβλέψιμη συνέπεια, κατά τον νόμο και στην πράξη, της ίδιας επίμαχης συμπεριφοράς, (iii) εάν οι διαδικασίες διεξάγονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποφεύγεται, κατά το δυνατό, η επανάληψη τόσο της συλλογής όσο και της εκτιμήσεως των αποδείξεων, ιδίως μέσω επαρκούς διαδράσεως μεταξύ των αρμοδίων αρχών, προκειμένου η κρίση περί του πραγματικού στην μία διαδικασία να χρησιμοποιηθεί και στην άλλη, και (iv) εάν η κύρωση που επιβάλλεται στην διαδικασία που περατώνεται αμετάκλητα λαμβάνεται υπ’ όψιν στην διαδικασία που τελειώνει δεύτερη, ώστε να αποτρέπεται η επιβολή στον καθ’ ου υπερμέτρου βάρους, πράγμα το οποίο είναι λιγότερο πιθανό στην περίπτωση που υπάρχει μηχανισμός με σκοπό τη διασφάλιση της αναλογικότητας των συνολικά καταλογιζόμενων ποινών. Με την κρινομένη αίτηση προβάλλεται ότι μη νομίμως η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση “δεν προέβη σε εκτίμηση του στενού ουσιαστικού και χρονικού δεσμού μεταξύ των δύο διαδικασιών, ποινικής και διοικητικής” με ανάλυση των σχετικών αντικειμενικών κριτηρίων και αντίκειται, κατά τούτο, στην προαναφερθείσα (από 15-11-2016) απόφαση του ΕΔΔΑ, “τα συμπεράσματα [της οποίας] υιοθετεί και η 680/2017 απόφαση του [Συμβουλίου της Επικρατείας]”. Ο υπό κρίση, όμως, λόγος αναιρέσεως, όπως διατυπώνεται από το Δημόσιο, δεν ανάγεται σε οιοδήποτε νομικό ζήτημα περί την ερμηνεία κανόνα δικαίου αλλά αναφέρεται σε πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ως προς την μη ορθή εφαρμογή της αρχής ne bis in idem, η οποία συναρτάται με το πραγματικό της συγκεκριμένης υποθέσεως και ως προς την οποία, συνεπώς, δεν νοείται αντίθεση σε νομολογία, απορριπτομένου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου προβαλλομένου, προς θεμελίωση του παραδεκτού, ισχυρισμού του αναιρεσείοντος. Εν πάση δε περιπτώσει, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται στην σκέψη 6, δεν αφίσταται της δοθείσης από την 680/2017 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και από την ανωτέρω απόφαση του ΕΔΔΑ ερμηνείας της αρχής ne bis in idem ως προς την ανάγκη υπάρξεως ταυτότητας αδικημάτων από πλευράς ουσιαστικής και χρονικής, με συνέπεια να μην ανακύπτει ζήτημα οιασδήποτε αντιθέσεως.

10. Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι η επιβληθείσα σε βάρος του αναιρεσιβλήτου χρηματική κύρωση των άρθρων 87 παρ. 1 και 89 του Κώδικα περί φορολογίας καπνού δεν αποτελεί “ποινή” κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ, ουδόλως συνέχεται με την παραβατική συμπεριφορά της λαθρεμπορίας και, συνακολούθως, τυχόν κίνηση ποινικής διώξεως σε βάρος του παραβάτη της λαθρεμπορίας ουδόλως επηρεάζει την ως άνω διοικητική κύρωση εξ απόψεως της αρχής ne bis in idem. Προς θεμελίωση του παραδεκτού το Δημόσιο επικαλείται έλλειψη σχετικής νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας και του ΕΔΔΑ. Ο λόγος αυτός είναι εν πάση περιπτώσει απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι με τις 3174 και 3175/2017 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας επί υποθέσεων επιβολής τόσο πολλαπλών τελών λαθρεμπορίας όσο και της ως άνω επίμαχης κυρώσεως, οι οποίες δημοσιεύθηκαν στις 6.12.2017, δηλαδή μετά την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως (21.9.2017), έγιναν δεκτές αιτήσεις αναιρέσεως των φερομένων ως παραβατών, και δη λόγω παραβιάσεως της αρχής ne bis in idem, και, περαιτέρω, κατόπιν εκδικάσεως των προσφυγών τους από το αναιρετικό Δικαστήριο λόγω εκκαθαρισμένου πραγματικού, ακυρώθηκαν για τον ίδιο ως άνω λόγο οι οικείες πράξεις της τελωνειακής αρχής.

11. Επειδή, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η κρινομένη αίτηση είναι απορριπτέα στο σύνολό της.

[…]