ΣτΕ Α΄ Τμ. 510/2019 επταμ.

ΠΗΓΗ:  http://www.humanrightscaselaw.gr/sigmatauepsilon.html


(Α) Οι κανονιστικές πράξεις, όπως η προσβαλλόμενη, καταρχήν, δεν απαιτείται να φέρουν αιτιολογία. Ως εκ τούτου ελέγχονται μόνον από την άποψη της τηρήσεως των όρων της εξουσιοδοτικής διατάξεως, επί της οποίας εκδίδονται, καθώς και της τυχόν υπερβάσεως των ορίων της. Εξάλλου, η λήψη υπόψη και η εκτίμηση από τη Διοίκηση κριτηρίων τιθεμένων είτε από την εξουσιοδοτική διάταξη είτε από διατάξεις άλλων νόμων σχετικών με τα θέματα που αποτελούν αντικείμενο της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει από την ίδια την κανονιστική ρύθμιση αλλά μπορεί να προκύπτει από τις σχετικές προπαρασκευαστικές πράξεις ή και άλλα στοιχεία του φακέλου (βλ. ΣτΕ 1210/2010 Ολομ., 4304/2015 7μ.). Τέλος, η κατά τα ανωτέρω αξιολόγηση των κριτηρίων από τη Διοίκηση ανήκει στην ουσιαστική κρίση της τελευταίας, η οποία εκφεύγει, καταρχήν, του ακυρωτικού ελέγχου (βλ. ΣτΕ 456/2010, 2157/2014 7μ., 4304/2015 7μ.) και ελέγχεται μόνο αν προβάλλεται με συγκεκριμένους ισχυρισμούς ή προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ότι η επίδικη κανονιστική ρύθμιση έλαβε χώρα κατά πρόδηλη παραγνώριση των κριτηρίων αυτών (ΣτΕ 4304/2015 7μ., πρβ. ΣτΕ 2157/2014 7μ.).
(Β) Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υποθέσεως, το θέμα του εξ υπαρχής καθορισμού των χαρακτηριζομένων ως βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων αποτέλεσε αντικείμενο εμπεριστατωμένης έρευνας από δύο ειδικές γνωμοδοτικές επιτροπές (ΔΕΚΒΑΕ και ΣΚΑ), των οποίων οι γνωμοδοτήσεις υποβλήθηκαν στον αρμόδιο Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση απέκλινε από την προηγηθείσα γνώμη της ΔΕΚΒΑΕ, ήτοι καθ’ ο μέρος αφορά: α) στην εξαίρεση της ειδικότητας των απασχολουμένων στην αποθήκευση πρώτων υλών και διαλυτών των χημικών βιομηχανιών, β) στην εξαίρεση της ειδικότητας των τεχνικών στη χημική βιομηχανία και βιοτεχνία παραγωγής και επεξεργασίας χλωρίου και των παραγώγων αυτού, γ) στην εξαίρεση των εργασιών στη βιομηχανία και βιοτεχνία ελαστικού, καθώς και στη βιομηχανία παραγωγής ελαστικών και αεροθαλάμων μεταφορικών μέσων, δ) στην εξαίρεση των εργαζομένων του τμήματος τρυγιών στην οινοπνευματοποιία, ε) στην εξαίρεση της εργασίας στη βιοτεχνία και βιομηχανία ζωοτροφών και πτηνοτροφών και στ) στην εξαίρεση της εργασίας στην παραγωγή ζυμών (μαγιάς) αρτοποιίας. Αντιθέτως, στις κάτωθι αναφερόμενες περιπτώσεις, η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση υιοθέτησε τις συγκλίνουσες περί εξαιρέσεως των εν λόγω κατηγοριών εργαζομένων και εργασιών γνώμες της ΔΕΚΒΑΕ και του ΣΚΑ: α) στην ειδικότητα των επιστατών στη χημική βιομηχανία και βιοτεχνία παραγωγής και επεξεργασίας χλωρίου και των παραγώγων αυτού, β) στην ειδικότητα των εργατών συσκευασίας προϊόντος στη βιομηχανία παραγωγής απορρυπαντικού, γ) στην ειδικότητα των πακεταριστών στη βιομηχανία και βιοτεχνία παραγωγής και παρασκευής οργανικών χρωμάτων, βερνικιών και μελανών, δ) στην ειδικότητα των επιστατών στη βιομηχανία εκρηκτικών υλών και πυριτίδων, ε) στην ειδικότητα των θερμαστών και βοηθών στερεών καυσίμων στην εργασία στην οινοπνευματοποιία και στ) στην εργασία στις βιομηχανίες πλαστικών υλών και ειδών.
(Γ) Η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει στο προοίμιό της το προαναφερθέν πόρισμα της ΔΕΚΒΑΕ. Συνεπώς, το ως άνω πόρισμα ελήφθη υπόψη κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξεως, η γνώμη δε της ΔΕΚΒΑΕ που προβλέπεται από την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 17 του ν. 3863/2010 είναι απλή και, ως εκ τούτου, δεν δεσμεύει το αποφασίζον όργανο, εν προκειμένω τον Υπουργό, να εκδώσει πράξη ομοίου προς αυτήν περιεχομένου, όπως αβασίμως προβάλλει η αιτούσα. Περαιτέρω, ενόψει της φύσεως της προσβαλλόμενης πράξεως ως κανονιστικής και της φύσεως της γνωμοδοτήσεως της ΔΕΚΒΑΕ ως απλής και όχι ως σύμφωνης, δεν απαιτείται ειδικότερη αιτιολογία για την απόκλιση αυτή, όπως, επίσης, αβασίμως προβάλλει η αιτούσα (πρβ. ΣτΕ 2222/1997, 4799/2012 7μ., 2157/2014 7μ.). Εξάλλου απόκλιση της προσβαλλομένης από τη γνωμοδότηση της ΔΕΚΒΑΕ υπάρχει μόνο για τις εξαιρέσεις εργασιών και κατηγοριών εργαζομένων που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Αντιθέτως για τις εξαιρέσεις ορισμένων άλλων εκ των επίμαχων εργασιών και κατηγοριών εργαζομένων, δεν υπήρξε απόκλιση της προσβαλλομένης από τη γνωμοδότηση της ΔΕΚΒΑΕ, ως εκ τούτου δε, ο ως άνω λόγος ακυρώσεως, κατά το μέρος αυτό, είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.
(Δ) Με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται, περαιτέρω, παράβαση του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση αντιμετωπίζει αναιτιολόγητα με διαφορετικό τρόπο εργαζομένους που τελούν υπό ίδιες συνθήκες. Ειδικότερα προβάλλεται ότι η μεταχείριση των εργαζομένων που εξαιρέθηκαν είναι αδικαιολόγητα άνιση έναντι των εργαζομένων άλλων ειδικοτήτων που εντάχθηκαν στις βαριές και ανθυγιεινές εργασίες, αν και όλοι εκτίθενται στους ίδιους κινδύνους, όπως τούτο βεβαιώνεται από επιστημονικά στοιχεία, κατά τους ισχυρισμούς της αιτούσας. Ο λόγος αυτός ακυρώσεως εξειδικεύεται εν σχέσει προς την κάθε κατηγορία των εξαιρούμενων εργασιών και ειδικοτήτων ως ακολούθως: α. Ως προς τους εργαζομένους στον κλάδο της παραγωγής ελαστικών προβάλλεται ότι η εργασία στον εν λόγω κλάδο απαιτεί την επαφή με χημικές ουσίες (καουτσούκ, αιθάλη κ.λπ.), αλλά και με αναθυμιάσεις λόγω των υψηλών θερμοκρασιών παρασκευής του μείγματος (110-160 βαθμούς Κελσίου), περαιτέρω δε, η θερμοκρασία στον χώρο εργασίας είναι κατά δέκα βαθμούς Κελσίου υψηλότερη από τη θερμοκρασία περιβάλλοντος, ενώ η εργασία οργανώνεται σε βάρδιες. Για τους λόγους αυτούς προβάλλεται ότι, αν και η παραγωγή ελαστικού αποτελεί έναν από τους πιο βεβαρυμένους και ανθυγιεινούς κλάδους, εξαιρέθηκε από τα ΒΑΕ. β. Ως προς τους εργαζομένους στην παραγωγή πλαστικού στα τμήματα αναμίξεως και μορφοποιήσεως πλαστικών περιεχουσών αμίαντο προβάλλεται ότι οι εν λόγω εργαζόμενοι (οι οποίοι έρχονται σε επαφή με τον αμίαντο) εξαιρούνται από το καθεστώς των ΒΑΕ, ενώ παραμένουν οι εργαζόμενοι στα ίδια τμήματα αναμίξεως και μορφοποιήσεως πλαστικών που περιέχουν άλλες χημικές και εξίσου επιβλαβείς για τον οργανισμό ουσίες λόγω ακριβώς της ίδιας αυξημένης τοξικότητας, όπως το πολυπροπυλένιο. γ. Ως προς τους εργαζομένους στη συσκευασία χρωμάτων προβάλλεται ότι κατά παράβαση της αρχής της ισότητας εξαιρέθηκε η κατηγορία αυτή των εργαζομένων από το καθεστώς των ΒΑΕ, ενώ, αντιθέτως, υπήχθησαν σ’ αυτό όλοι οι εργαζόμενοι στην παραγωγή (εργατοτεχνικό προσωπικό, τεχνικοί και χημικοί), αφού ο χώρος εργασίας είναι ενιαίος με τον χώρο παραγωγής και, ως εκ τούτου, εκτίθενται με τον ίδιο τρόπο στις αναθυμιάσεις κατά την παραγωγή. δ. Ως προς τους τεχνικούς και τους επιστάτες στη χημική βιομηχανία, στη βιομηχανία χλωρίου, τους εργάτες συσκευασίας απορρυπαντικών, τους επιστάτες των βιομηχανιών χρωμάτων και βερνικιών, τους επιστάτες στη βιομηχανία εκρηκτικών, τους εργαζομένους στο τμήμα τρυγιών, τους θερμαστές και τους βοηθούς στερεών καυσίμων των οινοπνευματοποιείων, καθώς επίσης και τους εργάτες αυλής και τους εργαζομένους στη φόρτωση και εκφόρτωση εκχυλιστικών συσκευών στις επιχειρήσεις πυρηνελαιουργίας και ελαιουργίας προβάλλεται ότι κατά παράβαση της αρχής της ισότητας εξαιρέθηκαν οι κατηγορίες αυτές εργαζομένων από τα ΒΑΕ, καθόσον όλες οι ως άνω ειδικότητες εργάζονται στον ίδιο χώρο και εκτίθενται στους ίδιους κινδύνους με τους λοιπούς συναδέλφους τους εργαζομένους άλλων ειδικοτήτων, οι οποίοι περιελήφθησαν στον κατάλογο των ΒΑΕ. ε. Τέλος, ως προς τους εργαζομένους εντός των μονάδων παραγωγής ζωοτροφών και πτηνοτροφών και τους απασχολούμενους στην παραγωγή και συσκευασία ζυμών αρτοποιίας προβάλλεται ότι κατά παράβαση της αρχής της ισότητας εξαιρέθηκαν αυτοί από τα ΒΑΕ, αν και εκτίθενται στους ίδιους κινδύνους με άλλες κατηγορίες εργαζομένων, οι οποίες έχουν ενταχθεί. Ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως περί παραβάσεως της αρχής της ισότητας ως προς την υπό στοιχείο α κατηγορία εργαζομένων είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζει τις προς σύγκριση εργασίες ούτε τις συνθήκες που επικρατούν σ’ αυτές ώστε να καθίσταται σαφές σε τι συνίσταται η παράβαση της αρχής της ισότητας που προβάλλεται. Περαιτέρω ο ως άνω λόγος ακυρώσεως ως προς τις υπό στοιχεία β, γ και δ κατηγορίες εργαζομένων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η διαφορετική αντιμετώπιση των ανωτέρω κατηγοριών εργαζομένων σε σχέση με τις λοιπές ειδικότητες, οι οποίες αντιστοιχούν στις ενταχθείσες στα ΒΑΕ εργασίες, δεν παρίσταται ως εκδήλως άνιση μεταχείριση ομοίων περιπτώσεων. Και τούτο διότι, ως προς την υπό στοιχείο β κατηγορία, πέραν του ότι η παραγωγή και κάθε είδους επεξεργασία αμιάντου και παραγώγων αυτού έχει απαγορευθεί στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην Ελλάδα από 1.1.2006, ο αμίαντος είναι διαφορετική χημική ουσία από το πολυπροπυλένιο που επικαλείται η αιτούσα, και, επομένως, δεν υφίσταται ταυτότητα των συνθηκών προς τους λοιπούς εργαζομένους. Ως προς την υπό στοιχείο γ κατηγορία, αυτή έχει διαφορετική εργασία (τοποθέτηση του έτοιμου προϊόντος σε κουτιά ή δοχεία στο τέλος της παραγωγικής διαδικασίας) σε σχέση με τις άλλες κατηγορίες εργαζομένων που απασχολούνται στην παραγωγή και, επομένως, δεν υφίσταται, και ως προς αυτήν, ταυτότητα των συνθηκών. Άλλωστε και πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως η ως άνω κατηγορία εργαζομένων ουδέποτε είχε υπαχθεί στα ΒΑΕ σε αντίθεση με τις λοιπές. Ως προς τις υπό στοιχείο δ κατηγορίες οι ανήκοντες σε αυτές εργαζόμενοι έχουν διαφορετικό αντικείμενο εργασίας και, επομένως, δεν υφίσταται ταυτότητα των συνθηκών προς τους λοιπούς εργαζομένους, οι οποίοι απασχολούνται άμεσα στην παραγωγική διαδικασία, στη χημική και στις συναφείς προς αυτήν βιομηχανίες και βιοτεχνίες. Εν πάση δε περιπτώσει, η αξιολόγηση των κριτηρίων από την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση για την υπαγωγή των ως άνω κατηγοριών εργαζομένων στον κατάλογο των ΒΑΕ ανήκει στην ουσιαστική κρίση της τελευταίας, η οποία εκφεύγει, καταρχήν, του ακυρωτικού ελέγχου. Δεν προβάλλεται δε με συγκεκριμένους ισχυρισμούς ούτε προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ότι οι επίδικες κανονιστικές ρυθμίσεις έλαβαν χώρα κατά πρόδηλη παραγνώριση των κριτηρίων αυτών. Τέλος, ο προαναφερθείς λόγος ακυρώσεως περί παραβάσεως της αρχής της ισότητας ως προς τις υπό στοιχείο ε κατηγορίες εργαζομένων είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, διότι η αιτούσα δεν προσδιορίζει ούτε ακροθιγώς τις συνθήκες εργασίας στις εν λόγω εξαιρεθείσες εργασίες (τρόπος οργανώσεως της παραγωγικής διαδικασίας, έκθεση σε επιβλαβείς παράγοντες και προσδιορισμός αυτών), ώστε να προκύπτει ταυτότητα ή εν πάση περιπτώσει ομοιότητα συνθηκών εργασίας προς τις λοιπές ήδη ενταχθείσες στα ΒΑΕ εργασίες, οι οποίες επίσης δεν προσδιορίζονται.
(Ε) Με τον ν. 3863/2010, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση αυτού, επιδιώχθηκε η μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος της χώρας προκειμένου να διασφαλισθεί η βιωσιμότητά του. Μία από τις μείζονος σημασίας αλλαγές που επιφέρει ο ως άνω νόμος, σύμφωνα πάντα με την εισηγητική έκθεση, είναι η θέσπιση ενός ενιαίου και παγίου συστήματος καταρτίσεως καταλόγου βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων που αποσκοπεί στον εκσυγχρονισμό του θεσμού και στην περιστολή των αυθαιρεσιών που έχουν σωρευθεί, με την πάροδο των ετών, στο παρόν κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα. Επομένως, η κατάρτιση του καταλόγου των ΒΑΕ που προβλέπεται από την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 17 του ν. 3863/2010 και υλοποιείται με την προσβαλλόμενη απόφαση εξυπηρετεί σκοπό δημοσίου συμφέροντος, που συνίσταται στον εξορθολογισμό του ισχύοντος μέχρι σήμερα καταλόγου των ΒΑΕ προκειμένου να διασφαλισθεί η βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος. Με τον εν λόγω κατάλογο επιχειρήθηκε ο εξορθολογισμός και εκσυγχρονισμός του έως τότε ισχύοντος Κανονισμού ΒΑΕ, λαμβανομένων υπόψη των τεχνολογικών εξελίξεων και των συνεπειών αυτών στα σημερινά εργασιακά δεδομένα, τα οποία διαφέρουν σημαντικά από εκείνα που ίσχυαν κατά την πρώτη εφαρμογή του (δεκαετία 1960) και από τα αντίστοιχα κατά τη μεταγενέστερη περίοδο τροποποιήσεως – συμπληρώσεώς του (δεκαετία 1980). Ο εξορθολογισμός, επομένως, του καταλόγου των ΒΑΕ σε καμία περίπτωση δεν θίγει το δικαίωμα των εργαζομένων στην υγεία (δικαίωμα για ασφαλείς και υγιεινές συνθήκες εργασίας), όπως εσφαλμένως προβάλλει η αιτούσα. Εξάλλου, η κατάρτιση καταλόγου ΒΑΕ είχε και εξακολουθεί να έχει ως αφετηρία την παραδοχή ότι ορισμένες εργασίες συνεπάγονται ιδιαιτέρως σοβαρό κίνδυνο για την υγεία και τη σωματική ακεραιότητα των εργαζομένων, και, ως εκ τούτου, αποβλέπει στην προστασία των εργαζομένων αυτών. Με τα δεδομένα αυτά, οι επίδικες ρυθμίσεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η εξαίρεση δηλαδή από την υπαγωγή στα ΒΑΕ των ως άνω εργασιών και κατηγοριών εργαζομένων στις χημικές βιομηχανίες, κατόπιν της γνωμοδοτικής διαδικασίας που προηγήθηκε, από την οποία προέκυψε ότι οι εξαιρεθείσες ειδικότητες στις χημικές βιομηχανίες δεν ασκούνται πλέον κατά τέτοιον τρόπο (τεχνολογικές εξελίξεις και επίδραση αυτών στις σημερινές συνθήκες εργασίας) ώστε να δικαιολογείται η ένταξη των απασχολουμένων σε αυτές στο καθεστώς των ΒΑΕ (βλ. το έγγραφο απόψεων της Διοικήσεως προς το Δικαστήριο), δεν παρίστανται προδήλως απρόσφορες για την επίτευξη του ως άνω επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού δημοσίου συμφέροντος και δεν υπερβαίνουν προδήλως το αναγκαίο για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού μέτρο. Κατά συνέπεια, η Διοίκηση, κατά τη χρήση της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, δεν παραβίασε τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας και ο περί του αντιθέτου λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.